Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Ο Ηρακλής και ο πλούτος





















Ἡρακλῆς καί Πλοῦτος

Ἡρακλῆς ἰσοθεωθεὶς καὶ παρὰ Διὶ ἑστιώμενος ἕνα ἕκαστον τῶν θεῶν μετὰ πολλῆς φιλοφροσύνης ἠσπάζετο. Καὶ δὴ τελευταίου εἰσελθόντος τοῦ Πλούτου, κατὰ τοῦ ἐδάφους κύψας ἀπεστρέψατο αὐτόν. Ὁ δὲ Ζεὺς θαυμάσας τὸ γεγονὸς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν πάντας τοὺς δαίμονας προσαγορεύσας ἀσμένως μόνον τὸν Πλοῦτον ὑποβλέπεται. Ὁ δὲ εἶπεν· Ἀλλ᾿ ἔγωγε διὰ τοῦτο αὐτὸν ὑποβλέπομαι ὅτι παρ᾿ ὃν καιρὸν ἐν ἀνθρώποις ἤμην, ἑώρων αὐτὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῖς πονηροῖς συνόντα. 
Ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ᾿ ἀνδρὸς πλουσίου μὲν τὴν τύχην, πονηροῦ δὲ τὸν τρόπον.


Μαζί με τους θεούς μπορεί ο Ηρακλής να φάει·
με σεβασμό, όπως έρχονται, όλους τους χαιρετάει.
Μόνο στον Πλούτο έσκυψε να μην τον αντικρίσει
κι εύλογα ο Δίας ζήτησε αυτό να του εξηγήσει.
« Γιατί εγώ όσο γύριζα σ’ όλους τους κάτω τόπους
τον είδα να επισκέπτεται μόνο κακούς ανθρώπους ».

Ο Δίας και η χελώνα


 

















Ζεύς καί χελώνη

Ζεὺς γαμῶν πάντα τὰ ζῷα εἱστία. Μόνης δὲ χελώνης ὑστερησάσης, διαπορῶν τὴν αἰτίαν, τῇ ὑστεραίᾳ ἐπυνθάνετο αὐτῆς διὰ τά μόνη ἐπὶ τὸ δεῖπνον οὐκ ἦλθε. Τῆς δὲ εἰπούσης· Οἶκος φίλος, οἶκος ἄριστος, ἀγανακτήσας κατ᾿ αὐτῆς παρεσκεύασεν αὐτὴν τὸν οἶκον αὐτὸν βαστάζουσαν περιφέρειν. 
Οὕτω πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων αἱροῦνται μᾶλλον λιτῶς οἰκεῖν ἢ παρ᾿ ἄλλοις πολυτελῶς διαιτᾶσθαι.

Όταν ο Δίας το γάμο του σκέφτηκε να τελέσει,
σ’ όλα τα ζώα φαγητό είπε να παραθέσει.
Μόνο η χελώνα έλειψε που ’χε καθυστερήσει
και την αργοπορία της ζητά να του εξηγήσει.
« Γιατί το σπίτι μου αγαπώ », εκείνη του απαντάει.
Τότε είπε ο Δίας το σπίτι της μαζί να κουβαλάει...

Απ’ τα παλάτια προτιμούνε
κάποιοι στα σπίτια τους να ζούνε.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Ο Δίας και το φίδι

















Ζεὺς καὶ ὄφις

Τοῦ Διὸς γάμους ποιοῦντος, πάντα τὰ ζῷα ἤνεγκαν δῶρα, ἕκαστον κατὰ τὴν οἰκείαν δύναμιν. Ὄφις δὲ ἕρπων ῥόδον λαβὼν ἐν τῷ στόματι ἀνέβη. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ζεὺς ἔφη· Τῶν ἄλλων πάντων τὰ δῶρα λαμβάνω, ἀπὸ δὲ τοῦ σοῦ στόματος λαμβάνω οὐδ᾿ ὅλως. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τῶν πονηρῶν αἱ χάριτες φοβεραί εἰσιν.

Όλα τα ζώα έφεραν στου Δία το γάμο δώρο·
ως και το φίδι κράταγε στο στόμα του ένα ρόδο.
« Απ’ όλους δώρα δέχομαι μα όχι κι από σένα,
γιατί με δηλητήριο θα τα ’χεις ποτισμένα ».

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ο λύκος κι ο ερωδιός





















Λύκος καὶ ἐρωδιός

 Λύκος καταπιὼν ὀστοῦν περιῄει τὸν ἰασόμενον αὐτὸν ζητῶν. Περιτυχὼν δὲ ἐρωδιῷ, τοῦτον παρεκάλει ἐπὶ μισθῷ τὸ ὀστοῦν ἐκβαλεῖν. Κἀκεῖνος καθεὶς τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν ει̣ς τὴν φάρυγγα αὐτοῦ τὸ ὀστοῦν ἐξέσπασε καὶ τὸν ὡμολογημένον μισθὸν ἀπῄτει. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ὧ οὗτος, οὐκ ἀγαπᾷς ἐκ λύκου στόματος σώαν τὴν κεφαλὴν ἐξενεγκών, ἀλλὰ καὶ μισθὸν ἀπαιτεῖς;»

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι μεγίστη παρὰ τοῖς πονηροῖς εὐεργεσίας ἀμοιβὴ τὸ μὴ προσαδικεῖσθαι ὑπ᾿ αὐτῶν.


Λύκος κατάπιε κόκκαλο κι ένα γιατρό ζητάει.
Ερωδιό συνάντησε κι αυτόν παρακαλάει
να χώσει μες στο φάρυγγα όλο του το κεφάλι
και του υπόσχεται αμοιβή, το κόκκαλο αν του βγάλει.
Πράγματι έτσι κι έγινε, του έκανε τη χάρη
κι αφού του το ’βγαλε ζητά την αμοιβή να πάρει.
« Μόλις σ’ αντάμειψα, θαρρώ, που βγήκες απ’ το στόμα
του λύκου κι είσαι ζωντανός, ερωδιέ, ακόμα...»

Αν έναν άνθρωπο κακό ποτέ σου ωφελήσεις,
αν δε σε βλάψει, ανταμοιβή αυτό να θεωρήσεις.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το λιοντάρι και ο λαγός
















Λέων καί λαγωός
 
Λέων περιτυχών λαγωῷ κοιμωμένῳ, τοῦτον ἔμελλε καταφαγεῖν· μεταξὺ δὲ θεασάμενος ἔλαφον παριοῦσαν, ἀφεὶς τὸν λαγωόν, ἐκείνην ἐδίωκεν. Ὁ μὲν οὖν παρὰ τὸν ψόφον ἐξαναστὰς ἔφυγεν. Ὁ δὲ λέων ἐπὶ πολὺ διώξας τὴν ἔλαφον, ἐπειδὴ καταλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸν λαγωόν· εὑρων δὲ καὶ αὐτὸν πεφευγότα ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἐγὼ δίκαια πέπονθα, ὅτι ἀφεὶς τὴν ἐν χερσὶ βοράν, ἐλπίδα μείζονα προέκρινα.»
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων μετρίοις κέρδεσι μὴ ἀρκούμενοι, μείζονας δὲ ἐλπίδας διώκοντες λανθάνουσι καὶ τὰ ἐν χερσὶ προϊέμενοι.

Λιοντάρι βρίσκοντας λαγό στο δάσος κοιμισμένο
να του ορμήξει σκόπευε γιατί ’ταν πεινασμένο.
Την ώρα εκείνη δίπλα τους περνά ένα ελάφι
και το λιοντάρι προς αυτό με γρηγοράδα εστράφη.
Από την καταδίωξη ξυπνά ο λαγός και φεύγει
και το ελάφι τρέχοντας τον κίνδυνο διαφεύγει.
« Αχ! », το λιοντάρι σκέφτεται, « μυαλό πρέπει να βάλω,
γιατί άφησα το σίγουρο για κάτι πιο μεγάλο ».

Έτσι και κάποιοι άνθρωποι όμοιο λάθος κάνουν: 
για τα πολλά πηγαίνοντας, τα λίγα που ’χουν χάνουν.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο γάιδαρος που κουβαλούσε ένα άγαλμα







  








Ὄνος βαστάζων  ἄγαλμα 

Ὄνῳ τις ἐπιθεὶς ἄγαλμα ἦγεν εἰς ἄστυ. Τῶν δὲ συναντώντων προσκυνούντων τὸ ἄγαλμα, ὁ ὄνος ὑπολαβὼν ὅτι αὐτὸν προσκυνοῦσιν, ἀναπτερωθεὶς ὠγκᾶτο τε καὶ οὐκέτι περαιτέρω προϊέναι ἐβούλετο. Καὶ ὁ ὀνηλάτης αἰσθόμενος τὸ γεγονὸς τῷ ῥοπάλῳ αὐτὸν παίων ἔφη: « Ὦ κακὴ κεφαλή, ἔτι καὶ τοῦτο λοιπὸν ἦν, ὄνον ὑπ’ ἀνθρώπων προσκυνεῖσθαι.»


Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ τοῖς ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς ἐπαλαζονευόμενοι παρὰ τοῖς εἰδόσιν αὐτοὺς γέλωτα ὀφλισκάνουσι.


Κάποιος πάνω σε γάιδαρο έν’ άγαλμα φορτώνει
και για την πόλη πάει.
Καθένας που τους συναντά το βλέμμα χαμηλώνει·
το άγαλμα προσκυνάει.
Ο γάιδαρος πως προσκυνούν τον ίδιο, δίχως άλλο,
ο αφελής νομίζει.
Σταμάτησε να προχωρά, μ’ εγωισμό μεγάλο
αδιάκοπα γκαρίζει.
Ο άνθρωπος κατάλαβε· με ρόπαλο στη μούρη
πήρε να το χτυπάει:
« Δεν πίστευα πως ήσουνα τόσο χαζό γαϊδούρι! »
και ξαναπροχωράει...

Σε όσους σε γνωρίζουνε άλλον μην προσποιείσαι·
ξέρουν αυτοί ποιος είσαι.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ο γάιδαρος και τα τζιτζίκια

Ὄνος και τέττιγες

Ὄνος ἀκούσας τεττίγων ᾀδόντων ἥσθη ἐπὶ τῇ εὐφωνίᾳ καὶ ζηλώσας αὐτῶν τὴν φωνὴν ἐπελάθετο καὶ τῆς οἰκείας φωνῆς.
Οὕτως οἱ τῶν παρὰ φύσιν ἐπιθυμοῦντες καὶ ἃ ἔχουσι δυστυχοῦσι.



Τζιτζίκια άκουσε γάιδαρος κι ευφράνθηκε η καρδιά του·
φθονώντας τα για τη φωνή, έχασε τη μιλιά του.

Ζηλεύοντας τα ξένα
χάνεις τ’ αποκτημένα.

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ο γάιδαρος, το κοράκι και ο λύκος













Ὄνος, Κόραξ καὶ Λύκος.


νος ἡλκωμένος τὸν νῶτον ἔν τινι λειμῶνι ἐνέμετο· κόρακος δὲ ἐπικαθίσαντος αὐτῶι καὶ τὸ ἕλκος κρούοντος, ὁ ὄνος ἀλγῶν ὠγκᾶτο καὶ ἐσκίρτα. Τοῦ δὲ ὀνηλάτου πόῤῥωθεν στάντος καὶ γελῶντος, λύκος παριὼν ἐθεάσατο, καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφη· «ἄθλιοι ἡμεῖς, οἳ, κἂν αὐτὸ μόνον ὀφθῶμεν, διωκόμεθα· τούτωι δὲ καὶ προσγελῶσιν.»

Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ κακοῦργοι τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐξ ἀπροόπτου (ἀπόπτου?) δῆλοί εἰσιν.


Γάιδαρος, που ’χει μια πληγή στη ράχη του, βοσκάει
κι ένα κοράκι κάθεται πάνω και την τσιμπάει.
Τρελαίνεται απ’ τον πόνο του ο γάιδαρος, γκαρίζει
και στον αφέντη του το ζο χαμόγελο χαρίζει.
Λύκος που πέρναγε από κει το θέαμα κοιτάζει
και με τα λόγια του αυτά πικρά το σχολιάζει:
« Δύστυχοι εμείς, μας κυνηγούν μόνο που θα μας δούνε,
μα ο γάιδαρος πιο δύστυχος γιατί μ’ αυτόν γελούνε ».

Ο πόνος γίνεται διπλός
γι’ αυτό αν γελά ο διπλανός.

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ο λύκος και το πρόβατο
















Λύκος τετρωμένος καὶ πρόβατον

Λύκος π κυνν δηχθες κα κακς διατεθες βέβλητο τροφν αυτ περιποιεσθαι μ δυνάμενος· κα δ θεασάμενος πρόβατον, τούτου δεήθη ποτν ατ ρέξαι κ το παραῤῥέοντος ποταμο· Ἐὰν γρ σύ μοι ποτν δς, γ τν τροφν μαυτ ερήσω. Τ δ ποτυχν φη· Ἐὰν ποτόν σοι πιδώσω γώ, σ κα τροφ μοι χρήσ
Πρς νδρα κακοργον δι᾿ ποκρίσεως νεδρεύοντα λόγος εκαιρος.


Λύκο δαγκώσανε σκυλιά και όπως υποφέρει
παρακαλεί ένα πρόβατο νεράκι να του φέρει.
« Τροφή θα βρω, λίγο αν πιω· τη θέση μου λυπήσου! »
« Μα αν όπως λες φέρω νερό, θα γίνω εγώ τροφή σου...»

Κακούργο που υποκρίνεται το θύμα μη λυπάσαι·
αλλιώς, προτού το αντιληφθείς, εσύ θύμα του θα ’σαι.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ο λύκος και οι βοσκοί


Λύκος καί ποιμένες

Λύκος ἰδὼν ποιμένας ἐσθίοντας ἐν σκηνῇ πρόβατον ἐγγὺς προσελθών,"ἡλίκος ἂν ἦν",
ἔφη, "θόρυβος ὑμῖν, εἰ ἐγὼ τοῦτο ἐποίουν;"


Λύκος που είδε σε σκηνή
βοσκούς να τρώνε κάποιο αρνί
πηγαίνει σε αυτούς κοντά
και με παράπονο ρωτά:
« Γιατί με κυνηγάτε τότε
αν φάω κι εγώ αυτό που τρώτε; »

Γι’ αυτό στο στόμα σου μην πιάνεις
άλλον που κάνει ό,τι κάνεις.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Το κατσίκι και ο λύκος






















Λύκος καὶ ἒριφος.

Ἔριφος ἐπὶ τινος δώματος ἑστώς, ἐπειδὴ λύκον παριόντα εἶδεν,ἐλοιδόρει καὶ ἔσκωπτεν αὐτόν.Ὁ δὲ λύκος ἔφη· οὐ σύ με λοιδορεῖς, ἀλλ'  ὁ τόπος.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλάκις καὶ ὁ τόπος καὶ ὁ καιρὸς δίδωσι τὸ θράσος κατὰ τῶν ἀμεινόνων.



Ένα κατσίκι που ήτανε σε βράχο ανεβασμένο
μ’ ασφάλεια λύκο πείραζε που γύρναγε ασκόπως.
Κι εκείνος του απάντησε με ύφος προσβεβλημένο:
« Να ξέρεις, δε με λοιδορείς εσύ αλλά ο τόπος ».

Αν βρεις τόπο κατάλληλο και μια καλή ευκαιρία,
το θράσος σου αυξάνεται και χάνεται η δειλία.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Ο άνθρωπος που μετρούσε τα κύματα















 
Ἄνθρωπος ἀριθμῶν τὰ κύματα

Αἴσωπος ἔφη ἄνθρωπόν τινα ἐπὶ τῇ ἠιόνι καθεζόμενον ἐπὶ τὴν κυματαγωγὴν ἀριθμεῖν τὰ κύματα, σφαλέντα δὲ ἄχθεσθαι καὶ ἀνιᾶσθαι, ἄχρι δὴ τὴν κερδῶ παραστᾶσαν εἰπεῖν αὐτῷ : « Τί, ὦ γενναῖε, ἀνιᾷ τῶν παρελθόντων ἕνεκα, δέον τὰ ἐντεῦθεν ἀρξάμενον ἀριθμεῖν, ἀμελήσαντα ἐκείνων;»


Κάποιος σε μιαν ακρογιαλιά τα κύματα μετρούσε
κι όταν το μέτρημα έχανε, η αλεπού γελούσε:
« Γιατί λυπάσαι, άνθρωπε, για όσα πια περάσαν;
Ξέχνα τα αυτά και μέτρησε ακόμη όσα δε σπάσαν ».

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Οι δυο σάκοι








Πῆραι δύο

Ἀνθρώπων ἕκαστος δύο πήρας φέρει, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ ὄπισθεν, γέμει δὲ κακῶν ἑκατέρα΄ ἀλλ' ἡ μὲν ἔμπροσθεν ἀλλοτρίων, ἡ δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ τοῦ φέροντος. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν ἑαυτῶν κακὰ οὐχ ὁρῶσι, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται.

Δυο σάκους σ’ όλη τη ζωή μόνοι μας κουβαλούμε:
έναν μπροστά έναν πίσω μας, με κόπο τους βαστούμε.
Ο πίσω σάκος ξέχειλος κακά που ’ναι δικά μας.
Γεμάτος ξένα ο μπροστινός κι αυτά πιάνει η ματιά μας…

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ο τζίτζικας και τα μυρμήγκια




















Τέττιξ καὶ Μύρμηκες 

Χειμῶνος ὥραι, τῶν σίτων βραχέντων, οἱ μύρμηκες ἔψυχον, τέττιξ δὲ λιμώττων ἤιτει αὐτοὺς τροφήν. Οἱ δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῶι· «διὰ τί τὸ θέρος οὐ συνῆγες τροφήν;» Ὁ δὲ εἶπεν· «οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ἦιδον μουσικῶς.» Οἱ δὲ γελάσαντες εἶπον· «ἀλλ᾿ εἰ θέρους ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦ.» 
 Ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ τινα ἀμελεῖν ἐν παντὶ πράγματι, ἵνα μὴ λυπηθῆι καὶ κινδυνεύσηι.

Χειμώνας· κι ένας τζίτζικας δεν έχει τι να φάει
κι απ’ τα μυρμήγκια που έχουνε, λίγο φαΐ ζητάει.
« Γιατί δε μάζευες τροφή όλο το καλοκαίρι; »
« Τραγούδαγα, δεν έβρισκα χρόνο για χασομέρι ».
« Αφού το θέρος έπαιζες αυλό να μας μαγεύεις,
από την πείνα ολόκληρο χειμώνα θα χορεύεις! »

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Το ελάφι και το λιοντάρι
















Ἔλαφος καί λέων
 
Ἔλαφος κυνηγοὺς φεύγουσα ἐγένετο κατά τι σπήλαιον, ἐν ᾧ λέων ἦν, καὶ ἐνταῦθα εἰσῄει κρυβησομένη. Συλληφθεῖσα δὲ ὑπὸ τοῦ λέοντος καὶ ἀναιρουμένη ἔφη· "Βαρυδαίμων ἔγωγε, ἥτις ἀνθρώπους φεύγουσα ἐμαυτὴν θηρίῳ ἐνεχείρισα."
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ φόβον ἐλάττονος εἰς κίνδυνον μείζονα ἑαυτοὺς ἐμβάλλουσιν.

Ελάφι που από κυνηγούς έτρεχε να ξεφύγει
μες στη σπηλιά ενός λιονταριού το ’σπρωξε το κυνήγι.
Και πριν να κατασπαραχτεί απ’ το κακό θηρίο
έτσι αποχαιρέτησε το σύντομό του βίο:
« Απ’ τους ανθρώπους θέλοντας το άμοιρο να ξεφύγω
μπροστά σ’ αυτού του αγριμιού τα νύχια καταλήγω ».

Μικρών κινδύνων, άνθρωπε, το φόβο αν δεν αντέχεις,
σ’ ακομη μεγαλύτερους μην πέσεις να προσέχεις.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ο τοίχος και ο πάσσαλος

Τοῖχος  καί πάλος

Τοῖχος σπαραττόμενος ὑπὸ πάλου βιαίως ἐφώνει· Τί με σπαράττεις μηδὲν ἠδικηκότα; Καὶ ὅς· Οὐκ ἐγώ, φησίν, αἴτιος τούτου, ἀλλ᾿ ὁ ὄπισθεν σφοδρῶς με τύπτων.


Τοίχος που είχε πάσσαλο μέσα του καρφωμένο
πονούσε κι έτσι έλεγε με τόνο απορημένο:
« Αφού εσένα, πάσσαλε, καθόλου δεν πειράζω
γιατί βαθιά μου χώθηκες και τώρα έτσι σπαράζω; »
« Δεν είμαι υπεύθυνος εγώ, για να λογοδοτήσω,
μα αυτός που με σφοδρότητα με χτύπησε από πίσω ».

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Οι χήνες και οι γερανοί




















Χῆνες καὶ γέρανοι
 
Χῆνες καὶ γέρανοι ἐπὶ ταὐτοῦ λειμῶνος ἐνέμοντο. Τῶν δὲ θηρευτῶν ἐπιφανέντων, οἱ μὲν γέρανοι, κοῦφοι ὄντες, ταχέως ἀπέπτησαν, οἱ δὲ χῆνες, διὰ τὸ βάρος τῶν σωμάτων μείναντες, συνελήφθησαν.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι καὶ ἐν ἁλώσει πόλεως οἱ μὲν ἀκτήμονες εὐχερῶς φεύγουσιν, οἱ δὲ πλούσιοι δουλεύουσιν ἁλισκόμενοι.


Χήνες μαζί με γερανούς έβοσκαν σε λιβάδι
μέχρι που κάποιοι κυνηγοί τα έβαλαν σημάδι.
Οι γερανοί ανάλαφροι στον ουρανό ανεβήκαν
αλλά οι χήνες, πιο βαριές, άργησαν και πιαστήκαν.

Όμοια σε πόλης άλωση φεύγει ο φτωχός, γλιτώνει·
τον πλούσιο πίσω ο πλούτος του κρατά και τον σκλαβώνει.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Ο ήλιος και ο βοριάς















Βορέας καὶ Ἥλιος 

Βορέας καὶ Ἥλιος περὶ δυνάμεως ἤριζον· ἔδοξε δὲ αὐτοῖς ἐκείνῳ τὴν νίκην ἀπονεῖμαι, ὃς ἂν αὐτῶν ἄνθρωπον ὁδοιπόρον ἐκδύσῃ.καὶ ὁ Βορέας ἀρξάμενος σφοδρὸς ἦν· τοῦ δὲ ἀνθρώπου ἀντεχομένου τῆς ἐσθῆτος μᾶλλον ἐπέκειτο.ὁ δὲ ὑπὸ τοῦ ψύχους καταπονούμενος ἔτι μᾶλλον καὶ περιττοτέραν ἐσθῆτα προσελάμβανεν, ἕως ἀποκαμὼν <ὁ Βορέας> τῷ Ἡλίῳ μεταπαρέδωκε. κἀκεῖνος τὸ μὲν πρῶτον μετρίως προσέλαμψε· τοῦ δὲ ἀνθρώπου τὰ περισσὰ τῶν ἱματίων ἀποτιθεμένου σφοδρότερον τὸ καῦμα ἐπέτεινε, μέχρις οὗ πρὸς τὴν ἀλέαν ἀντέχειν μὴ δυνάμενος ἀποδυσάμενος ποταμοῦ παραῤῥέοντος ἐπὶ λουτρὸν ἀπῄει.

ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις τὸ πείθειν τοῦ βιάζεσθαι ἀνυστικώτερόν ἐστι.



Κάποτε ο ήλιος κι ο βοριάς είχανε, λέει, μαλώσει
για ένα θνητό, ποιος απ’ τους δυο μπορεί να ξεγυμνώσει…
Πρώτος δοκίμασε ο βοριάς, μα όσο κι αν φυσούσε,
ο άνθρωπος που κρύωνε τα ρούχα του κρατούσε.
Μετά ο ήλιος έλαμψε κι έγινε η γη καμίνι·
τον άνθρωπο που ίδρωσε η ζέστη αμέσως γδύνει.
Πιο εύκολα με την πειθώ φτάνεις σ’ επιτυχία
παρά αν πεις να στηριχτείς στη δύναμη, στη βία.

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η λιονταρίνα και η αλεπού




















Λέαινα καί ἀλώπηξ

Λέαινα ὀνειδιζομένη ὑπὸ ἀλώπεκος ἐπὶ τῷ διὰ παντὸς ἕνα τίκτειν· «Ἕνα, ἔφη, ἀλλὰ λέοντα.» 
Ὅτι τὸ καλὸν οὐκ ἐν πλήθει δεῖ μετρεῖν, ἀλλὰ πρὸς ἀρετὴν ἀφορᾶν.


Μια λιονταρίνα η αλεπού ψιλό γαζί είχε πάρει
που ένα παιδί το έτος γεννά· « Ένα, αλλά λιοντάρι! »,
με περηφάνια είπε αυτή· γιατί έξω απ’ το πλήθος
θα βρεις να υπάρχει το καλό· στην αρετή, στο ήθος.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Οι οδοιπόροι και η αρκούδα




















Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος

 Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης, ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο, ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι, πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. Τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινομένης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. Ὑποχωρησάσης δέ, ὁ ἀπὸ τοῦ δένδρου καταβὰς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. Ὁ δὲ εἶπε· Τοῦ λοιποῦ τοιούτοις μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

Δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο
αρκούδα συναντήσανε· τα χάσαν απ’ τον τρόμο.
Ο ένας σε δέντρο πρόλαβε ψηλά να σκαρφαλώσει
κι ο άλλος, για να ’ναι σαν νεκρός, είχε στη γη ξαπλώσει.
Σ’ αυτόν η αρκούδα πάει κοντά και μόνο τον μυρίζει
μα δεν τον πείραξε γιατί νεκρούς, λεν, δεν αγγίζει.
Αφού το ζώο έφυγε, χαρήκαν που σωθήκαν,
κι όταν στο δρόμο το κοινό μαζί ξαναβρεθήκαν,
ο πρώτος λέει στο δεύτερο: « Τι ’πε το ζώο στ’ αφτί σου; »
« Στον κίνδυνο πως φαίνονται ποιοι φίλοι ’ναι πιστοί σου ».

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Οι οδοιπόροι και το κοράκι

 











Ὁδοιπόροι καὶ κόραξ

Πορευομένοις τισὶν ἐπὶ πρᾶξίν τινα κόραξ ὑπήντησε τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν πεπηρωμένος. Ἐπιστραφέντων δὲ αὐτῶν καί τινος ὑποστρέψαι παραινοῦντος, τοτο γὰρ σημαίνειν τὸν οἰωνόν, ἕτερος ὑποτυχὼν εἶπε· «Καὶ πῶς οὗτος ἡμῖν δύναται τὰ μέλλοντα μαντεύεσθαι, ὃς οὐδὲ τὴν ἰδίαν πήρωσιν προεῖδεν, ἵνα φυλάξηται;» 
Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ἐν τοῖς ἰδίοις ἄβουλοι καὶ εἰς τὰς τῶν πέλας συμβουλίας ἀδόκιμοί εἰσιν.

Φίλοι που δρόμο τράβηξαν, νύχτα να πράξουν κάτι,
κοράκι συναντήσανε που του ’χε βγει το μάτι.
Κάποιος τους είπε πως αυτό είναι κακό σημάδι
και άρα είναι καλύτερα να πάνε άλλο βράδυ.
Όμως εν τέλει ο οιωνός αυτούς δε θα φοβίσει,
γιατί ένας λόγος αρκετός ήταν για να τους πείσει:
« Μα είν’ ικανός ο κόρακας εμάς να συμβουλέψει
που τη ζημιά στο μάτι του δεν είχε καν προβλέψει;…»

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Οι δύο εχθροί


Ἐχθροὶ δύο
 
Δύο τινὲς ἀλλήλοις ἐχθραίνοντες ἐπὶ τῆς αὐτῆς νεὼς ἔπλεον, ὧν ἅτερος μὲν ἐπὶ τῆς πρύμνης,ἅτερος δὲ ἐπὶ τῆς πρώρας ἐκάθητο. Χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου καὶ τῆς νεὼς μελλούσης ἤδη καταποντίζεσθαι, ὁ ἐπὶ τῆς πρύμνης τὸν κυβερνήτην ἤρετο πότερον τῶν μερῶν τοῦ πλοίου πρότερον μέλλει καταβαπτίζεσθαι. Τοῦ δὲ τὴν πρώραν εἰπόντος· "Ἀλλ᾿ ἔμοιγε οὐκ ἔστι λυπηρόν, εἶπεν, ὁ θάνατος, εἴγε ὁρᾶν μέλλω πρὸ ἐμοῦ τὸν ἐχθρὸν ἀποθνῄσκοντα". 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν τῆς ἑαυτῶν βλάβης φροντίζουσιν, ἐὰν τοὺς ἐχθροὺς μόνον ἴδωσι πρὸ αὐτῶν κακουμένους



Στο ίδιο πλοίο δυο εχθροί έτυχε ν’ ανεβούνε·
στην πρύμνη ο μεν, στην πλώρη ο δε, στέκουν, να μη βρεθούνε.
Μα ξάφνου μεσοπέλαγα κακοκαιρία ξεσπάει
που μια βουλιάζει το σκαρί, μια πάνω το πετάει.
Κι αυτός στην πρύμνη που ήτανε πληροφορία παίρνει
πως αν το πλοίο βυθιστεί, η πλώρη πρώτα γέρνει.
Διόλου δεν τον λύπησε ο πιθανός χαμός του
αφού θα δει, πριν, τη ζωή να χάνει ο εχθρός του.

Κάποιοι να πάθουνε κακό δείχνουν να προτιμούνε,
αν τους εχθρούς τους έτσι δουν κι αυτοί να δυστυχούνε.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Το κουνούπι και ο ταύρος













 Κώνωψ καὶ ταῦρος


Κώνωψ ἐπιστὰς κέρατι ταύρου καὶ πολὺν χρόνον ἐπικαθίσας, ἐπειδὴ ἀπαλλάττεσθαι ἔμελλεν, ἐπυνθάνετο τοῦ ταύρου εἰ ἤδη βούλεται αὐτὸν ἀπελθεῖν. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ἀλλ᾿ οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων, οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς, γνώσομαι.»
Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα ἀδύνατον, ὃς οὔτε παρὼν οὔτε ἀπὼν ἐπιβλαβὴς ἢ ὠφέλιμός ἐστι.


Σε ταύρου κέρατο έκατσε κάποτε ένα κουνούπι.
Εκεί καλά θρονιάστηκε, δεν το κουνούσε ρούπι.
Κι όταν τον ταύρο ρώτησε να φύγει ή να μείνει,
ετούτη την απάντηση μ’ αδιαφορία του δίνει:
« Ούτε σαν ήρθες σ’ ένιωσα ούτε κι άμα πετάξεις.
Καλό σε μένα δεν μπορείς ούτε κακό να πράξεις ».

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Η οχιά

Ἔχις καὶ ἀλώπηξ

Ἔχις ἐπὶ  δέσμῃ ἀκανθῶν εἲς τινα ποταμὸν ἐφέρετο·   λώπηξ δὲ παριοῦσα, ὡς ἐθεάσατο αὐτόν, εἶπεν· "Ἄξιος τῆς νεώς ὁ ναύκληρος."
Πρὸς ἄνδρα πονηρὸν μοχθηροῖς πράγμασιν ἐπιχειρήσαντα.

Πάνω σ’ αγκάθια μια οχιά ποτάμι διασχίζει.
Σε τέτοιο ναύτη πλεούμενο όπως αυτό του αξίζει.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ο ψαράς που έπαιζε μουσική




















Ἁλιεὺς αὐλῶν 

Ἁλιεὺς αὐλητικῆς ἔμπειρος, ἀναλαβὼν αὐλοὺς καὶ τὰ δίκτυα, παρεγένετο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ στὰς ἐπί τινος προβλῆτος πέτρας, τὸ μὲν πρῶτον ᾖδε, νομίζων αὐτομάτους πρὸς τὴν ἡδυφωνίαν τοὺς ἰχθύας ἐξαλεῖσθαι πρὸς αὐτὸν. Ὡς δὲ, αὐτοῦ ἐπὶ πολὺ διατεινομένου, οὐδὲν πέρας ἠνύετο,ἀποθέμενος τοὺς αὐλοὺς ἀνείλετο τὸ ἀμφίβληστρον καὶ βαλὼν κατὰ τοῦ ὕδατος πολλοὺς ἰχθύας ἤγρευσεν. Ἐκβαλὼν δὲ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ δικτύ ου ἐπὶ τὴν ἠιόνα, ὡς ἐθεάσατο σπαίροντας, ἔφη· "Ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς, ὅτε μὲν ηὔλουν, οὐκ ὠρχεῖσθε, νῦν δὲ, ὅτε πέπαυμαι, τοῦτο πράττετε." 

Πρὸς τοὺς παρὰ καιρόν τι πράττοντας ὁ λόγος εὔκαιρος. 

Ένας ψαράς παίζει αυλό, ψάρια να μαγευτούνε 
και στη στεριά μονάχα τους έτσι να πεταχτούνε. 
Όμως με το τραγούδι του, όσο κι αν επιμένει, 
έξω από τη θάλασσα ούτε ένα λέπι βγαίνει. 
Ρίχνει λοιπόν τα δίχτυα του και τότε ψάρια βγάζει. 
Κοιτώντας τα να σπαρταρούν, αμέσως τους φωνάζει: 
« Όσο έπαιζα με τον αυλό, πόσο περίεργα είστε, 
καθόλου δε χορέψατε· μπρος τώρα, σπαρταρήστε! » 

Κι οι άνθρωποι κάποιες φορές παράξενα ενεργούνε. 
Κλαίνε απ’ τα γέλια – κι όταν κλαιν, είναι σα να γελούνε.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Η αγριόγατα και ο κόκορας

















 Αἴλουρος καὶ ἀλεκτρυών

 Αἴλουρος, συλλαβὼν ἀλεκτρυόνα, μετ' εὐλόγου τοῦτον αἰτίας ἠβουλήθη καταφαγεῖν. Καὶ δὴ κατηγόρει αὐτοῦ ὡς ὀχληρὸς εἴη τοῖς ἀνθρώποις νύκτωρ κεκραγὼς καὶ μὴ συγχωρῶν ὕπνου τυγχάνειν. Τοῦ δ' ἀπολογουμένου ἐπὶ τῇ ἐκείνων ὠφελείᾳ τοῦτο ποιεῖν, ὡς ἐπὶ τὰ συνήθη τῶν ἔργων ἐγείρεσθαι, πάλιν ὁ αἴλουρος αἰτίαν ἐπέφερεν ὡς ἀσεβὴς εἴη περὶ τὴν φύσιν, μητρὶ καὶ ἀδελφαῖς συμμιγνύμενος. Τοῦ δὲ καὶ τοῦτο πρὸς ὠφέλειαν τῶν δεσποτῶν πράττειν φήσαντος, πολλῶν αὐτοῖς ἐντεῦθεν ὠῶν τικτομένων, ὁ αἴλουρος εἰπών: " Ἀλλ' εἰ σύ γε πολλῶν εὐπορεῖςεὐπροσώπων ἀπολογιῶν, ἔγωγε μέντοι ἄτροφος οὐ μενῶ," τοῦτονκατεθοινήσατο.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ἡ πονηρὰ φύσις πλημμελεῖν αἱρουμένη, εἰ μὴ μετ' εὐλόγου δυνηθείη προσχήματος, ἀπαρακαλύπτως γε μὴν πονηρεύεται.


Αίλουρος έναν κόκορα συνέχεια κυνηγάει.
Κάποια στιγμή τον έπιασε και θέλει να τον φάει.
« Τι σου ’κανα αγριόγατα και θες να με σκοτώσεις; »
« Χαράματα όλους μας ξυπνάς, καιρός να το βουλώσεις ».
« Μα έτσι οι δουλειές στην ώρα τους όλες θα ξεκινήσουν ».
« Ούτε οι αδερφές σου δεν τολμούν πλάτη να σου γυρίσουν...»
« Το κάνω για τον κύρη μου, αβγά πολλά να έχει ».
Τη γάτα η πείνα τρέλανε και άλλο δεν αντέχει:
« Εάν τα πάντα εσύ μπορείς να δικαιολογήσεις,
εμένα θεονήστικη γι’ αυτό δε θα μ’ αφήσεις ».

Ένας κακός αν το ’βαλε στόχο να σε πειράξει,
καμιά δική σου πρόφαση το νου του δε θ’ αλλάξει.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Το κοράκι που αρρώστησε
















Κόραξ νοσῶν

Κόραξ νοσῶν ἔφη τῇ μητρί· «Μῆτερ, εὔχου τῷ θεῷ καὶ μὴ θρήνει.»
«Ἡ δ᾿ ὑπολαβοῦσα ἔφη· «Τίς σε, ὦ τέκνον, τῶν θεῶν ἐλεήσει; τίνος γὰρ κρέας ὑπὸ σοῦ γε οὐκ ἐκλάπη;»
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ πολλοὺς ἐχθροὺς ἐν βίῳ ἔχοντες οὐδένα φίλον ἐν ἀνάγκῃ εὑρήσουσιν.


Κοράκι που αρρώστησε στη μάνα του που κλαίει
αυτά τα λόγια λέει:
« Μητέρα, πάψε να θρηνείς και μόνο προσευχήσου
για τ’ άρρωστο παιδί σου ».
« Μα από βωμό ποιανού θεού κρέας δεν έχεις κλέψει
ώστε να σε γιατρέψει;...»

Εχθρούς πολλούς στο βίο σου αν κάνεις, φιλαράκι
δε θά ’βρεις σε μια ανάγκη.

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Το άλογο και το γαϊδούρι

 

 

 

 

 

 

 

 Ἴππος καὶ ὄνος

 

 Ἄνθρωπός τις εἶχεν ἵππον καὶ ὄνον. Ὁδευόντων δέ, ἐν τῇ ὁδῷ εἶπεν ὁ ὄνος τῷ ἵππῳ· Ἆρον ἐκ τοῦ ἐμοῦ βάρους, εἰ θέλεις εἶναί με ζῶν. Ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη· ὁ δὲ ὄνος πεσὼν ἐκ τοῦ κόπου ἐτελεύτησε.
Τοῦ δὲ δεσπότου πάντα ἐπιθέντος αὐτῷ καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ ὄνου δοράν, θρηνῶν ὁ ἵππος ἐβόα· Οἴμοι τῷ παναθλίῳ, τί μοι συνέβη τῷ ταλαιπώρῳ; μὴ θελήσας γὰρ μικρὸν βάρος λαβεῖν, ἰδοῦ ἅπαντα βαστάζω, καὶ τὸ δέρμα.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοῖς μικροῖς οἱ μεγάλοι συγκοινωνοῦντες οἱ ἀμφότεροι σωθήσονται ἐν βίῳ.


Κάποιος γαϊδούρι κι άλογο είχε στη δούλεψή του.
Λέει το γαϊδούρι στο άλογο μ’ όλη την κούρασή του:
« Αν μέρος απ’ το βάρος μου πάρεις και το σηκώσεις,
λίγο κοπιάζοντας κι εσύ, εμένα θα με σώσεις ».
Όμως δεν τα κατάφερε το άλογο να πείσει
κι η κόπωση το γάιδαρο έκανε να ψοφήσει.
Κι όσα ως τότε ο γάιδαρος στη ράχη του είχε πάρει,
τ’ άλογο τα φορτώνεται · μαζί και το τομάρι!
« Να μάθω που δεν ήθελα λίγο να βοηθήσω,
το ζώο και το φορτίο του τώρα θα κουβαλήσω! »

Και τους φτωχούς οι πλούσιοι πρέπει να βοηθούνε,
γιατί κι οι δύο στη ζωή έτσι θα κρατηθούνε.

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Η καμήλα που χορεύει


















 Κάμηλος

Κάμηλος, ἀναγκαζομένη ὑπὸ τοῦ ἰδίου δεσπότου ὀρχήσασθαι, εἶπεν· "Ἀλλ’ οὐ μόνον ὀρχουμένη εἰμὶ ἄσχημος, ἀλλὰ καὶ περιπατοῦσα."

Ὁ λόγος ἁρμόδιος πρὸς ἄνδρα παντὶ ἔργῳ ἀπρέπειαν ἔχοντα.


Κάποιος καμήλα σε χορό με βία εξαναγκάζει·
μα ή χορεύει ή περπατά, πάντα άσχημη φαντάζει.

Κι αν κάνει ο άσχημος πολλά τσαλίμια,
δεν απαλλάσσεται απ’ την ασχήμια.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Το κοράκι και ο κύκνος


















Κόραξ καί κύκνος

Ἑωρακὼς τὸν κύκνον ὁ κόραξ ἐζήλου τοῦ χρώματος: οἰηθεὶς δὲ εἶναι τοιοῦτον οἷς ἀπελούετο, τοὺς βωμοὺς ἐκλιπὼν ὅθεν ἐτρέφετο, λίμναις καὶ ποταμοῖς ἐνδιέτριβεν, καὶ τὸ μὲν σῶμα φαιδρύνων οὐκ ἤμειβεν, τροφῆς δὲ ἀπορῶν διεφθείρετο. 

Φύσιν οὐκ οἶδε μεταβάλλειν ἡ δίαιτα.



Τον κύκνο για το χρώμα του ζηλεύει το κοράκι
και για ν’ ασπρίσει πλένεται σε κάθε ποταμάκι.
Παράτησε έτσι τους βωμούς που έβρισκε φαγάκι·
αν κι έχασε βάρος πολύ, δεν άσπρισε λιγάκι.

Ίδια η φύση σου θα μείνει
κι αν η ζωή σου άλλη γίνει.

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Ο κηπουρός
















Κηπουρός

Ἀνήρ τις κηπουρόν τινα θεασάμενος τῶν λαχάνων ἀρδείαν ποιούμενον ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Πῶς τὰ μὲν ἄγρια φυτά, μήτε φυτευόμενα μήτε ἐργαζόμενα, ὡραῖα πεφύκασι, τὰ δὲ τῆς ὑμῶν φυτηκομίας πολλάκις ξηραίνεται;»
Ὁ δὲ κηπουρος ἀντέφησεν ὡς:
«Τὰ ἄγρια τῶν φυτῶν μόνῃ τῇ θείᾳ προνοίᾳ ἐφορᾶται, τὰ δὲ ἡμέτερα ὑπὸ χειρὸς ἀνθρωπίνης ἐπιμελεῖται».
 Οὗτος δηλοῖ ὡς κρείττων ἡ τῶν μητέρων ἀνατροφὴ πέφυκε τῆς τῶν μητρυιῶν ἐπιμελείας.

Λαχανικά ένας κηπουρός με προσοχή ποτίζει
και τον ρωτά περαστικός που ’δε να τα φροντίζει:
« Γιατί όλα τ’ άγρια φυτά που δεν τα καλλιεργούνε
τα βλέπω να ’ναι πιο όμορφα, χωρίς νερό ν’ ανθούνε;...»
« Γιατί για κείνα ο θεός σοφά έχει προνοήσει,
ενώ όλα τ’ άλλα προσδοκούν χέρι να τα φροντίσει ».

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Η περιστέρα και η κουρούνα




Περιστερὰ καὶ κορώνη

Περιστερὰ ἔν τινι περιστερεῶνι τρεφομένη ἐπὶ πολυτεκνίᾳ ἐφρυάττετο. Κορώνη δὲ αὐτς ἀκούσασα ἔφη· «ἀλλ᾿, ὦ αὕτη, πέπαυσο ἐπὶ τούτῳ ἀλαζονευομένη· ὅσον γὰρ ἅν πλείονα ποιῆς, τοσοῦτον περιττοτέρας λύπας συνάγεις.»
Οὕτω καὶ τῶν οἰκετῶν δυστυχέστατοί εἰσιν, ὅσοι ἐν τῆ δουλείᾳ τέκνα ποιοῦσι πολλά.


Μια περιστέρα εκτρέφονταν σε χτίσμα, λέει ο μύθος,
κι υπερηφανευότανε για των παιδιών το πλήθος.
Κουρούνα που απολάμβανε ελεύθερη τη φύση
τον κομπασμό της άκουσε κι είπε να της μιλήσει:
« Νομίζω, φιλενάδα μου, πως η πολυτεκνία
δε θα ’πρεπε να σου γεννά τόσην αλαζονεία.
Γιατί όσο περισσότερα παιδάκια θα γεννήσεις
με λύπες μεγαλύτερες το βίο σου θα γεμίσεις ».

Δύστυχος όποιος γεννηθεί, λένε, μες στη δουλεία
και με πολλά παιδιά γεννά πιότερη δυστυχία.

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Το περιστέρι που διψούσε




















Περιστερὰ διψῶσα

 Περιστερὰ δίψει συνεχομένη, ὡς ἐθεάσατο ἔν τινι πίνακι κρατῆρα ὕδατος γεγραμμένον, ὑπέλαβεν ἀληθινὸν εἶναι. Διόπερ πολλῷ ῤοίζῳ ἐνεχθεῖσα ἔλαθεν ἑαυτὴν τῷ πίνακι ἐντινάζασα. Συνέβη δὲ αὐτῇ, τῶν πτερῶν περιθραυσθέντων, ἐπὶ τῆς γῆς καταπεσοῦσαν ὑπό τινος τῶν παρατυχόντων συλληφθῆναι.
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ σφοδρὰς ἐπιθυμίας ἀπροσκέπτως τοῖς πράγμασιν ἐπιχειροῦντες λανθάνουσιν ἑαυτοὺς εἰς ὄλεθρον εἰσιέντες.



Περιστέρι κάποτε που πολύ διψούσε
ένα αγγείο με νερό ζωγραφιάς κοιτούσε.
Παίρνοντάς το αληθινό, πάνω του ορμάει·
πέφτοντας στον πίνακα, τα φτερά του σπάει.

Κι όσοι άνθρωποι ενεργούν με απερισκεψία
θα πληρώσουν ακριβά μιαν απροσεξία.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Ο γεωργός, ο γάιδαρος και το βόδι

















 Γηπόνος, ὄνος καὶ βοῦς

Ὄνον τις ἔχων καὶ τῷ βοΐ συζεύξας ἠροτρία, πτωχῶς μὲν ἀλλ’ ἀναγκαίως. Ἐπεί δέ τὸ ἔργον ἐπληρώθη καὶ λύειν ἔμελλεν αὐτούς, ἡ ὄνος διηρώτα τὸν βοῦν: «Τὶς ἄξει τῷ γηπόνῳ τὰ σκεύη;» Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν εἶπε: «Πάντως ὅσπερ εἴωθεν.»


Σ’ ένα χωράφι γεωργός για όργωμα πηγαίνει·
δίπλα στο βόδι, στο ζυγό, ένα γαϊδούρι δένει.
Αν και καθόλου αυτή η δουλειά στο ζώο δεν ταιριάζει,
με κόπους και με βάσανα το έργο εις πέρας βγάζει.
Και το γαϊδούρι σκέφτηκε το βόδι να ρωτήσει
τα σύνεργα του γεωργού ποιος θα τα κουβαλήσει.
Κι εκείνο με απάθεια στο δύστυχο απαντάει:
« Μα φυσικά, όποιος αυτά πάντα τα κουβαλάει ».

Κάνοντας έκτακτη δουλειά κανείς μην περιμένει
ότι γι’ αυτό θ’ απαλλαγεί απ’ τη συνηθισμένη.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Ο βοσκός


















 Βουκόλος

Βουκόλος βόσκων ἀγέλην ταύρων ἀπώλεσε μόσχον. Περιελθὼν δὲ καὶ μὴ εὑρὼν ηὔξατο τῷ Διί, ἐάν τὸν κλέπτην εὕρῃ, ἔριφον αὐτῷ θῦσαι. Ἐλθὼν δὲ εἴς τινα δρυμῶνα καὶ θεασάμενος λέοντα κατεσθίοντα τὸν μόσχον, περίφοβος γενόμενος, ἐπάρας τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· "Ζεῦ δέσποτα, πάλαι μέν σοι ηὐξάμην ἔριφον θῦσαι, ἂν τὸν κλέπτην εὕρω, νῦν δὲ ταῦρόν σοι θύσω, ἐὰν τὰς τοῦ κλέπτου χεῖρας ἐκφύγω."
Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ' ἀνδρῶν δυστυχούντων, οἵτινες ἀπορούμενοι εὔχονται εὑρεῖν, εὑρόντες δὲ ζητοῦσιν ἀποφυγεῖν.


Βοσκός μοσχάρι έχασε, γι’ αυτό έταξε στο Δία,
τον κλέφτη αν του φανέρωνε, κατσίκι για θυσία.
Μα όταν το μοσχαράκι του βρήκε σε λιόντα στόμα,
παρακαλούσε το θεό γονατιστός στο χώμα:
« Θα ’χες κατσίκι αν μου ’λεγες τον κλέφτη, Δία, πού νά ’βρω…
Τώρα αν ξεφύγω απ’ αυτόν, σου υπόσχομαι έναν ταύρο ».

Κάτι αν χάσουμε κι εμείς ψάχνουμε να το βρούμε
κι όταν το βρούμε, να χαθεί θέλουμε μη χαθούμε.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Η χελώνα και ο λαγός













Χελώνη και λαγωός

Χελώνη καὶ λαγωὸς περὶ ὀξύτητος ἤριζον. Καὶ δὴ προθεσμίαν στήσαντες τοῦ τόπου ἀπηλλάγησαν. Ὁ μὲν οὖν λαγωὸς διὰ τὴν φυσικὴν ὠκύτητα ἀμελήσας τοῦ δρόμου πεσὼν παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκοιμᾶτο. ἡ δὲ χελώνη συνειδυῖα ἑαυτῇ βραδύτητα οὐ διέλιπε τρέχουσα καὶ οὕτω κοιμώμενον τὸν λαγωὸν παραδραμοῦσα ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς νίκης ἀφίκετο.
Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις φύσιν ἀμελοῦσαν πόνος ἐνίκησεν.


Ήτανε κάποτε, παιδιά, ένας λαγός και μια χελώνα
που επιθυμούσαν διακαώς μαζί να τρέξουν σε αγώνα.
Τόση ’χε σιγουριά ο λαγός, που πριν το τέρμα αποκοιμήθη
κι αργά η χελώνα τρέχοντας, νικήτρια αυτή ανεκηρύχθη.

Να μην επαναπαύεστε σ’ ό,τι σας δίνει η φύση,
γιατί κάποιος κοπιάζοντας μπορεί να σας νικήσει.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Οι ποταμοί και η θάλασσα

Ποταμοί καί θάλασσα

Ποταμοὶ συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ τὴν θάλασσαν κατῃτιῶντο, λέγοντες αὐτῇ:

“Διὰ τί ἡμᾶς, εἰσερχομένους ἐν τοῖς ὕδασι καὶ ὑπάρχοντας ποτίμους καὶ γλυκεῖς, ἁλμυροὺς ἀπεργάζῃ καὶ ἀπότους”.

Ἡ δὲ θάλασσα, ἰδοῦσα ὅτι αὐτῆς καταμέμφονται, λέγει πρὸς αὐτούς:

“Μή ἔρχεσθε καὶ μὴ γίνεσθε ἁλμυροί”.

Οὗτος παρίστησι τοὺς ἀκαίρως τινάς αἰτιωμένους καὶ παρ' αὐτῶν μᾶλλον ὠφελουμένους.

Τη θάλασσα οι ποταμοί μαζεύτηκαν να κρίνουν
που τα νερά τους τα γλυκά εκεί αλμυρά θα γίνουν.
« Εμένα, ποταμάκια μου, κακώς κατηγορείτε.
Για να μη γίνετε αλμυρά, μέσα μου εσείς μην μπείτε ».

Παράπονα που ’ναι άδικα ποτέ σου μην εκφράζεις.
Όταν για κάτι εσύ φταις, με άλλους μην τα βάζεις.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ο κάβουρας και η μητέρα του


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Καρκίνος και μήτηρ

 Ἡ μήτηρ πρὸς τὸν καρκίνον: «τί δὲ λοξήν, ὦ παῖ, βαδίζεις ὁδόν, ὀρθὴν εἶναι προσῆκον;» ὁ δὲ πρὸς αὐτήν: «ἡγοῦ τῶν ὁδῶν, ὦ μῆτερ, καὶ πρὸς αὐτὴν βαδίζειν πειράσομαι.» τῆς δὲ βαδίζειν ἀπορούσης ὀρθῶς, κατήγορος ὁ παῖς τῆς παρανοίας ἐγένετο.
Ρᾷον παραινεῖν ἃ πονεῖν ὑπῆρξεν ἀδύνατον.


Του κάβουρα η μητέρα
του είπε κάποια μέρα:
« Γιατί λοξά πηγαίνεις
σαν δρόμο, γιε μου, παίρνεις; »
« Βάδισε εσύ στο ίσο
κι έρχομαι εγώ ξοπίσω ».

Απ’ άλλον μη ζητείτε
αυτά που δεν μπορείτε.

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Ο άνθρωπος που υπόσχεται τ’ αδύνατα


Ἀνὴρ ἀδύνατα  ἐπαγγελλόμενος

Ἀνὴρ πένης νοσῶν καὶ κακῶς διακείμενος, ἐπειδὴ ἀπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπηλπίσθη, τοῖς θεοῖς ηὔχετο ἑκατόμβην ποιήσειν ἐπαγγελλόμενος καὶ ἀναθήματα καθιερώσειν, ἐὰν ἐξαναστῄ. Τῆς δὲ γυναικὸς (ἐτύγχανε γὰρ αὐτῷ παρεστῶσα) πυνθανομένης· "Καὶ πόθεν αὐτὰ ἀποδώσεις;" ἔφη· "Νομίζεις γάρ με ἐξαναστήσεσθαι, ἵνα καὶ ταῦτά με οἱ θεοὶ ἀπαιτήσωσιν;"
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ταῦτα ῥᾴδιον ἄνθρωποι κατεπαγγέλλονται ἃ τελέσειν ἔργῳ οὐ προσδοκῶσιν.



Φτωχός αρρώστησε βαριά κι ήταν για να πεθάνει.
Πολλές θυσίες στους θεούς έταξε πως θα κάνει,
αν τον θεράπευαν αυτοί, να τους ευχαριστήσει.
Μα πού θα τα ’βρισκε ο φτωχός, τόσα να τους χαρίσει;
« Τι αφελής ερώτηση! Σιγά μην αναρρώσω
κι έτσι όσα τάζω στους θεούς σιγά μην τους τα δώσω...»

Είν’ εύκολο να υπόσχεσαι πολλά, μόνο αν ξέρεις
πως δε θα χρειαστεί ποτέ αυτά να τα προσφέρεις!...

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Αλεπού με φουσκωμένη την κοιλιά





















Ἀλώπηξ ἐξογκωθεῖσα τὴν γαστέρα

Ἀλώπηξ λιμώττουσα, ὥς ἐθεάσατο ἔν τινι δρυὸς κοιλώματι ἄρτους καὶ κρέα ὑπό τινων ποιμένων καταλελεμμένα, ταῦτα εἰσελθοῦσα κατέφαγεν. Ἐξογκωθεῖσα δὲ τὴν γαστέρα, ἐπειδὴ οὐκ ἠδύνατο ἐξελθεῖν, ἐστέναζε καὶ ὠδύρετο. Ἑτέρα δὲ ἀλώπηξ τῇδε παριοῦσα, ὡς ἤκουσεν αὐτῆς τὸν στεναγμόν, προσελθοῦσα ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. Μαθοῦσα δὲ τὰ γεγενημένα ἔφη πρὸς αὐτήν·
"Ἀλλὰ μένε τέως σὺ ἐνταῦθα, ἕως ἂν τοιαύτη γένῃ ὁποία οὖσα εἰσῆλθες, καὶ οὕτω ῥᾳδίως ἐξελεύσῃ."
 ὁ λόγος δηλοῖ͵ ὅτι τὰ χαλεπὰ τῶν πραγμάτων ὁ χρόνος διαλύει.


Μια θεονήστικη αλεπού μπήκε σε μια κουφάλα
βελανιδιάς γιατί είδε εκεί τροφή βοσκού αφημένη.
Κι αφού καλά ντερλίκωσε, να φάει δεν είχε άλλα,
πήγε να βγει, μα ήταν χοντρή κι έμεινε σφηνωμένη.

Κι απ’ έξω μια άλλη αλεπού της σφύριξε τη λύση:
να περιμένει για να βγει, αφού ...αδυνατίσει.

Αν δεν πετύχεις μόνος σου απαλλαγή ενός πόνου
θα στην προσφέρει, θες δε θες, το πέρασμα του χρόνου.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Η κατσίκα και ο βοσκός



















 Αἶξ καί αἰπόλος

Αἶγα ἀποστᾶσαν ἀγέλης ἐπανάγειν αἰπόλος ἐπειρᾶτο πρὸς τὰς λοιπάς: ὡς δέ, φωναῖς καὶ συριγμοῖς χρώμενος, οὐδὲν μᾶλλον ἤνυε, λίθον ἀφεὶς καὶ τοῦ κέρως τυχών, ἐδεῖτο τῷ δεσπότῃ μὴ κατειπεῖν. ἡ δέ:  " ἀνούστατε - εἶπεν - αἰπόλων, τὸ κέρας κεκράξεται κἂν ἐγὼ σιωπήσωμαι. "
Οὕτω λίαν εὐήθεις οἱ τὰ πρόδηλα κρύπτειν ἐθέλοντες.


Απ’ το κοπάδι ενός βοσκού ξέκοψε μια κατσίκα,
γιατί στο μάτι έβαλε μίας συκιάς τα σύκα.
Και τις φωνές δεν άκουγε τις άγριες του τσοπάνη,
ώσπου αυτός το ζώο του στόχο με πέτρες βάνει.
Της έσπασε το κέρατο· πήρε ο βοσκός να κλαίει·
παρακαλώντας, τρέμοντας, γονατιστός της λέει:
« Στο αφεντικό μου μην το πεις, γιατί θα μ’ απολύσει! »
« Κι αν δεν το πω, το κέρατο μόνο του θα μιλήσει ».

Γιατί ’ναι ανόητος πολύ όποιος ποθεί να κρύψει
ό,τι η ζωή κάποια στιγμή θα το αποκαλύψει.

*Το έργο είναι του Arthur Rackham (1912)

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Το λιοντάρι και ο γεωργός
















Λέων ἐρασθεὶς καὶ γεωργός

Λέων ἐρασθεὶς γεωργοῦ θυγατρὸς, ταύτην ἐμνηστεύσατο. Ὁ δὲ μὴ ἐκδοῦναι θηρίῳ τὴν θυγατέρα ὑπομένων, μηδὲ ἀρνήσασθαι διὰ φόβον δυνάμενος τοιοῦτόν τι ἐπενόησεν. Ἐπειδὴ συνεχῶς αὐτῷ ὁ λέων ἐπέκειτο, ἔλεγεν ὡς νυμφίον μὲν αὐτὸν ἄξιον τῆς θυγατρὸς δοκιμάζει· μὴ ἄλλως δὲ αὐτῷ δύνασθαι ἐκδοῦναι, ἐὰν μὴ τούς τε ὀδόντας ἐξέλῃ καὶ τοὺς ὄνυχας ἐκτέμῃ· τούτους γὰρ δεδοικέναι τὴν κόρην. Τοῦ δὲ ῥᾳδίως διὰ τὸν ἔρωτα ἑκάτερα ὑπομείναντος, ὁ γεωργὸς καταφρονήσας αὐτοῦ, ὡς παρεγένετο πρὸς αὐτόν, ῥοπάλοις αὐτὸν παίων ἐξήλασεν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ ῥᾳδίως τοῖς πέλας πιστεύοντες, ὅταν τῶν ἰδίων πλεονεκτημάτων ἑαυτοὺς ἀπογυμνώσωσιν, εὐάλωτοι τούτοις γίνονται οἷς πρότερον φοβεροὶ καθεστήκεσαν.


Κάνει πρόταση γάμου σε μια κόρη λιοντάρι
μα ο μπαμπάς της δε θέλει τέτοιον άντρα να πάρει.
Στο κορμί της φοβάται νύχια – δόντια μην μπήξει...
του ζητεί να τα βγάλει, πριν μαζί της να σμίξει.
Κι αφού το ’κανε, αγρίως από εκείνον εδάρη·
δίχως νύχια και δόντια, δε λογιέται λιοντάρι...

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ο σκύλος με το κρέας
















Κύων κρέας φέρουσα

Κύων κρέας ἔχουσα ποταμὸν διέβαινε· θεασαμένη δὲ τὴν ἑαυτῆς σκιὰν κατὰ τοῦ ὕδατος, ὑπέλαβεν ἑτέραν κύνα εἶναι μεῖζον κρέας ἔχουσαν. Διόπερ ἀφεῖσα τὸ ἴδιον ὥρμησεν ὡς τὸ ἐκείνης ἀφαιρησομένη. Συνέβη δὲ αὐτῇ ἀμφοτέρων στερηθῆναι, τοῦ μὲν μὴ ἐφικομένῃ, διότι οὐδὲ ἦν, τοῦ δὲ, ὅτι ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ παρεσύρη.
Πρὸς ἄνδρα πλεονέκτην ὁ λόγος εὔκαιρος.

 

Βαθύ ποτάμι κάποτε ένα σκυλί περνούσε
και με τα δόντια, δυνατά, κρέας πολύ κρατούσε.
Τη σκιά του είδε στα νερά· του γύρισε το μάτι ...
για του άλλου σκύλου άφησε απ’ το στόμα το κομμάτι.
Κι έτσι αδίκως έχασε και το ’να και το άλλο
αφού ρεσάλτο έκανε μες στο βυθό μεγάλο.

Κακό αν πάθεις μη ζητάς να βρεις ποιος είν’ ο φταίχτης –
μες στον καθρέφτη θα τον δεις, αν είσαι πλεονέκτης.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Η αρκούδα και η αλεπού




















Ἄρκτος καὶ ἀλώπηξ

Ἄρκτος μεγάλως ἐκαυχᾶτο ὡς φιλάνθρωπος ὤν, ἐπεὶ νεκρὸν σῶμα οὐκ ἐσθίει· πρὸς ὃν ἡ ἀλώπηξ εἶπεν· "Εἴθε νεκροὺς εἷλκες, ἀλλὰ μὴ τοὺ ζῶντας."
Οὗτος ὁ μῦθος πλεονέκτας τοὺς ἐν ὑποκρίσει καὶ κενοδοξίᾳ βιοῦντας ἐλέγχει.



Για την καλή της την καρδιά μια αρκούδα όλο καυχιέται
γιατί δεν τρώει πτώματα· φιλάνθρωπη περνιέται...
« Μα αν ήσουνα φιλάνθρωπη », κάποια αλεπού της λέει,
« νεκρούς μονάχα θα ’τρωγες κι όχι όποιον αναπνέει ».

Αυτούς που είναι υποκριτές ο μύθος κατακρίνει –
δε γίνεται τον ποταμό να υποκριθεί μια κρήνη...

*Το έργο είναι του  Arthur Rackham (1867-1939)

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Ο τόννος και το δελφίνι


Θύννος καί δελφίς

Θύννος διωκόμενος ὑπὸ δελφῖνος καὶ πολλῷ τῷ ῥοίζῳ φερόμενος, ἐπειδὴ καταλαμβάνεσθαι ἔμελλεν, ἔλαθεν ὑπὸ σφοδρᾶς ὁρμῆς ἐκβρασθεὶς εἴς τινα ἠϊόνα. Ὑπὸ δὲ τῆς αὐτῆς φορᾶς ἐλαυνόμενος καὶ ὁ δελφὶς αὐτῷ συνεξώσθη. Καὶ ὁ θύννος, ὡς ἐθεάσατο ἐπιστραφεὶς αὐτὸν λιποθυμοῦντα ἔφη· Ἀλλ᾿ ἔμοιγε οὐκέτι λυπηρὸς ὁ θάνατος· ὡρῶ γὰρ καὶ τὸν αἴτιόν μοι θανάτου γενόμενον συναποθνῄσκοντα. 
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ῥᾴδιον φέρουσι τὰς συμφορὰς οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἴδωσι καὶ τοὺς αἰτίους τούτων γεγονότας δυστυχοῦντας.

Δελφίνι τόννο κυνηγά κι εκεί που τον αρπάζει
ξάφνου ένα κύμα στη στεριά τα δυο τους τα ξεβράζει.

Κι όπως ο εχθρός του ξεψυχά, ο τόννος τον πειράζει:
« Αφού μαζί μου θα χαθείς, ο χάρος δε με νοιάζει ».

Είναι αχθοφόροι πρόθυμοι των τελευταίων ωρών τους
όσοι με τους υπεύθυνους φεύγουν των συμφορών τους.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ο λαγός και ο σκύλος

















Λαγωός και κύων

Θάμνου λαγωὸν δασυπόδην ἀναστήσας
κύων ἐδίωκεν οὐκ ἄπειρος ἀγρεύειν,
δρόμῳ δ' ἐλείφθη. καὶ τις αἰπόλος σκώπτων
"ὁ πηλίκος σου" φησίν " εὑρέθη θάσσων."
ὁ δ' εἶπεν "ἄλλως ἄλλον ἁρπάσαι σπεύδων
τρέχει τις, ἄλλως δ' αὑτὸν ἐκ κακοῦ σώζων."



Κάποιο λαγό ένα σκυλί με λύσσα κυνηγούσε
μα να το φτάσει αδύνατον – και πώς θα το μπορούσε;...
Κι ένας βοσκός στο σκύλο αυτό είπε πειράζοντάς τον :
« Μικρός μα γρήγορος λαγός, τσάμπα ιδρώνεις, άστον! »
Δικαιολογία ψάχνοντας ο σκύλος του απαντάει:
« Ίδια δεν τρέχει ο κυνηγός μ’ αυτόν που κυνηγάει...»

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο γάιδαρος που κουβαλά το αλάτι




















Ὄνος ἅλας βαστάζων 

Ὄνος ἅλας βαστάζων ποταμὸν διήρχετο· ὀλισθήσας δὲ ὡς κατέπεσεν εἰς τὸ ὕδωρ, ἐκτακέντος τοῦ ἁλὸς κουφότερος ἐξανέστη. ἡσθεὶς δὲ ἐπὶ τούτῳ ἐπειδὴ ὕστερον σπόγγους ἐμπεφορτισμένος κατά τινα ποταμὸν ἐγένετο, ᾠήθη, ὅτι, ἐὰν πάλιν πέσῃ, ἐλαφρότερος διεγερθήσεται· καὶ δὴ ἑκὼν ὠλίσθησε· συνέβη δὲ αὐτὸν τῶν σπόγγων ἀνασπασάντων τὸ ὕδωρ μὴ δυνάμενον ἐξανίστασθαι ἐν τούτῳ ἀποπνιγῆναι.
   οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι διὰ τὰς ἰδίας ἐπινοίας λανθάνουσιν εἰς συμφορὰς ἑαυτοὺς ἐμβάλλοντες.


Σε γαϊδουριού την πλάτη
φορτώσανε αλάτι.
Περνώντας ποταμάκι
γλιστρά το γαϊδουράκι
και το νερό το κρύο
μουσκεύει το φορτίο.
Κι όπως το αλάτι λειώνει
το ζώο ξαλαφρώνει.
Τόση χαρά μεγάλη
ποτέ δεν ένιωσε άλλη.

Περάσανε φεγγάρια
και τώρα με σφουγγάρια
το ζο είναι φορτωμένο.
Θυμάται το καημένο
πως κάποτε μια πτώση
στο ρέμα το ’χε σώσει.
Είπε να δοκιμάσει
μπας και το βάρος χάσει.
Γλιστρούνε τα ποδάρια
μουσκεύουν τα σφουγγάρια
μα όπως νερό ρουφάνε
το ζο στον πάτο πάνε…

Κι οι άνθρωποι ας προσέχουν 
για τις εμπνεύσεις που έχουν…

Το έργο είναι του  Milo Winter (1888 – 1956)

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Το πρόβατο που κούρευαν













Πρόβατον κειρόμενον

Πρόβατον ἀφυῶς κειρόμενον πρὸς τοὺς κείροντας ἔφη· «εἰ μὲν ἔρια ζητεῖτε, ἀνωτέρω τέμνετε· εἰ δὲ κρέως ἐπιθυμεῖτε, ἅπαξ με καταθύσατε, τοῦ κατὰ μικρὸν βασανίζειν ἀπαλάξαντες.»
Πρὸς τοὺς ἀφυῶς ταῖς τέχναις προσφερομένους ὁ λόγος εὔκαιρος.


Αδέξια ένα πρόβατο κάποτε το κουρεύαν·
αλλού ακούρευτο κι αλλού βαθιά το σημαδεύαν.
Αφού έφτασε το ζωντανό στα όρια της αντοχής του,
έτσι κοφτά αποφάσισε να πει προς τους κουρείς του:
« Θέτε από μένα το μαλλί; Να κόβετε πιο πάνω.
Θέτε το κρέας μου φαΐ; Σφάξτε με να πεθάνω ».

Αν μια δουλειά σου αφορά κι άλλους, να την κατέχεις·
γιατί εκείνοι υπομονή δε θα ’χουν όση έχεις.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Ο πατέρας και το φίδι























Γεωργός καί ὄφις

Γεωργοῦ παῖδα ὄφις ἑρπύσας ἀπέκτεινεν. Ὁ δὲ ἐπὶ τούτῳ δεινοπαθήσας πέλεκυν ἀνέλαβε καὶ παραγενόμενος εἰς τὸν φωλεὸν αὐτοῦ εἱστήκει παρατηρούμενος, ὅπως, ἂν ἐξίῃ, εὐθέως αὐτὸν πατάξῃ. Παρακύψαντος δὲ τοῦ ὄφεως, κατενεγκὼν τὸν πέλεκυν, τοῦ μὲν διήμαρτε, τὴν δὲ παρακειμένην πέτραν διέκοψεν. Εὐλαβηθεὶς δὲ ὕστερον παρεκάλει αὐτὸν ὅπως αὐτῷ διαλλαγῇ. Ὁ δὲ εἶπεν· " Ἀλλ' οὔτε ἐγὼ δύναμαί σοι εὐνοῆσαι, ὁρῶν τὴν κεχαραγμένην πέτραν, οὔτε σὺ ἐμοὶ ἀποβλέπων εἰς τὸν τοῦ παιδὸς τάφον."

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι αἱ μεγάλαι ἔχθραι οὐ ῥᾳδίως τὰς καταλλαγὰς ἔχουσι.

Από φιδιού φαρμάκι
σκοτώθηκε παιδάκι.
Θρηνούνε οι γονείς του
το τέλος της ζωής του.

Βάζει σκοπό ο πατέρας
να εκδικηθεί το τέρας.

Τσεκούρι έχει στο χέρι·
του στήνει ένα καρτέρι
έξω απ’ τη φωλιά του·
καρτέρι του θανάτου.

Μα σαν εκείνο βγήκε
λεπίδα δεν το βρήκε.
Το χέρι ξαστοχάει·
κομμάτι βράχου σπάει.

Και ο πατέρας λέει
στο φίδι που του φταίει:
« Κακώς ό,τι εγίνη·
ας κάνουμε ειρήνη ».

Κι εκείνο του σφυράει
μακριά του πριν να πάει:

« Ειρήνη πώς μου τάζεις;…
Κάθε που θα κοιτάζεις
γεμάτο εσύ τον τάφο
σπασμένο εγώ το βράχο…»  

Πληγή που τον πονάει 
κανένας δεν ξεχνάει. 
Στο νου του κάθε αρρώστου 
η αρρώστια του, εχθρός του.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Η μύγα











 Μυῖα

Μυῖα ἐμπεσοῦσα εἰς χύτραν κρέως, ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ ζωμοῦ ἀποπνίγεσθαι ἔμελλεν, ἔφη πρὸς ἑαυτήν· «Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ βέβρωκα καὶ πέπωκα καὶ λέλουμαι· κἂν ἀποθάνω, οὐδέν μοι μέλει». 
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ῥᾴδιον φέρουσι τὸν θάνατον οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἀβασανίστως παρακολουθήσῃ.
  
Μια μύγα κρέας που ’βραζε σε χύτρα λιγουρεύτη
και μέσα στο ζουμάκι του δεν άντεξε και πέφτει.
Καλά είχε φάει πριν πνιγεί· και λούσιμο είχε κάνει·
γι’ αυτό και δεν την έμελε τόσο που θα πεθάνει.

Κι οι άνθρωποι το θάνατο θα δέχονταν ασμένως
αν ό,τι θέλανε πολύ πράτταν προηγουμένως.