Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Ο λύκος και το λιοντάρι



Λύκος καί λέων 

Λύκος ποτὲ ἄρας πρόβατον ἐκ ποίμνης ἐκόμιζεν εἰς κοίτην. Λέων δὲ αὐτῷ συναντήσας ἀφεῖλε τὸ πρὸβατον. Ὁ δὲ πόῤῥωθεν σταθεὶς εἶπεν· «Ἀδίκως ἀφείλου τὸ ἐμόν. «Ὁ δὲ λέων γελάσας ἔφη· «Σοὶ γὰρ δικαίως ὑπὸ φίλου ἐδόθη;» 
[ Ὅτι ] ἅρπαγας καὶ πλεονέκτας λῃστὰς ἔν τινι πταίσματι κειμένους καὶ ἀλλήλους μεμφομένους ὁ μῦθος ἐλέγχει. 

Λύκος αρπάζει πρόβατο και στη φωλιά το σέρνει
κι ένα λιοντάρι που πεινά, ορμά και του το παίρνει.
« Λιοντάρι μου, είναι άδικο – κλέβεις κάτι δικό μου! »
« Σάμπως κι εσύ το απέκτησες με χρήση κάποιου νόμου;...»

Δεν πρέπει κι ένας άνθρωπος που ’κανε μια αδικία 
γι’ άλλον που έπραξε όμοια, να πει κατηγορία.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο πατέρας και οι κόρες




Πατήρ καί θυγατέρες 

Ἔχων τις δύο θυγατέρας, τὴν μὲν κηπουρῷ ἐξέδωκε πρὸς γάμον, τὴν δὲ ἑτέραν κεραμεῖ. Χρόνου δὲ προελθόντος, ἧκεν ὡς τὴν τοῦ κηπουροῦ καὶ ταύτην ἠρώτα πῶς ἔχοι καὶ ἐν τίνι αὐτοῖς εἴη τὰ πράγματα. Τῆς δὲ εἰπούσης πάντα μὲν αὐτοῖς παρεῖναι, ἐν δὲ τοῦτο εὔχεσθαι τοῖς θεοῖς ὅπως χειμὼν γένηται καὶ ὄμβρος, ἵνα τὰ λάχανα ἀρδευθῇ, μετ’ οὐ πολὺ παρεγένετο πρὸς τὴν τοῦ κεραμέως καὶ αὐτῆς ἐπυνθάνετο πῶς ἔχοι. Τῆς δὲ τὰ μὲν ἄλλα μὴ ἐνδεῖσθαι εἰπούσης, τοῦτο δὲ μόνον εὔχεσθαι, ὅπως αἰθρία τε λαμπρὰ ἐπιμείνῃ καὶ λαμπρὸς ἥλιος, ἵνα ξηρανθῇ ὁ κέραμος, εἶπε πρὸς αὐτήν· «Ἐὰν σὺ μὲν εὐδίαν ἐπιζητῇς, ἡ δὲ ἀδελφή σου χειμῶνα, ποτέρᾳ ὑμῶν συνεύξομαι;» 

Πάντρεψε κάποιος κόρες δυο που ’χανε πλούσια κάλλη·
κεραμοπλάστη πήρε η μια και κηπουρό η άλλη.
Η πρώτη ευδία εύχεται, οι πλίνθοι να στεγνώσουν
κι η δεύτερη πολλές βροχές, φυτά να μεγαλώσουν. 
Ο δύστυχος πατέρας τους δεν ξέρει τι να κάνει: 
ευχή για ήλιο ή για βροχή, χωρίς μια να πικράνει...
Είν’ άσκοπο να επιθυμείς δυο αντίθετα συγχρόνως·
δε θα πετύχεις τίποτε και θα σου μείνει ο πόνος.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το έλατο και ο βάτος




Ἐλάτη καὶ βάτος 

Ἤριζον πρὸς ἀλλήλας ἐλάτη καὶ βάτος. Ἡ δὲ ἐλάτη ἑαυτὴν ἐπαινοῦσα ἔφη ὅτι "καλή εἰμι καὶ εὐμήκης καὶ ὑψηλὴ καὶ χρησιμεύω εἰς ναῶν στέγη καὶ εἰς πλοῖα· καὶ πῶς ἐμοὶ συγκρίνῃ;"Ἡ δὲ βάτος εἶπεν· "Εἰ μνησθῇς τῶν πελέκεων καὶ τῶν πριόνων τῶν σε κοπτόντων, βάτος γενέσθαι καὶ σὺ μᾶλλον θελήσεις. 
Ὅτι οὐ δεῖ ἐν βίῳ ὄντας ἐπαίρεσθαι ἐν τῇ δόξῃ· τῶν γὰρ εὐτελῶν ἀκίνδυνός ἐστιν ὁ βίος.


Στο βάτο κάποτε έλατο με χλεύη είχε μιλήσει: 
« Εσύ κανέναν και ποτέ δεν έχεις ωφελήσει,
ενώ εμένα θα με δεις σε στέγες ν’ ανεβαίνω
και στων ανθρώπων εύκολα τα σπιτικά να μπαίνω ».
« Των πριονιών, των τσεκουριών τα τραύματα αν σκεφτόσουν,
βάτος και όχι έλατο να ήσουν θα ευχόσουν ».

Κάλλιο να μείνεις πάμφτωχος κι άφοβα να κοιμάσαι 
παρά να γίνεις πλούσιος και όλο μ’ έγνοιες να ’σαι. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δίας, ο Προμηθέας, η Αθηνά, ο Μώμος


Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ καὶ Μῶμος 

Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ κατασκευάσαντες, ὁ μὲν ταῦρον, Προμηθεὺς δὲ ἄνθρωπον, ἡ δὲ οἶκον, Μῶμον κριτὴν εἵλοντο. Ὁ δὲ φθονήσας τοῖς δημιουργήμασιν ἀρξάμενος ἔλεγε τὸν μὲν Δία ἡμαρτηκέναι, τοῦ ταῦρου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τοῖς κέρασιν μὴ θέντα, ἵνα βλέπῃ ποῦ τύπτει· τὸν δὲ Προμηθέα, διότι τοῦ ἀνθρώπου τὰς φρένας οὐκ ἔξωθεν ἀπεκρέμασεν, ἵνα μὴ λανθάνωσιν οἱ πονηροί, φανερὸν δὲ ᾖ τί ἕκαστος κατὰ νοῦν ἔχει, τρίτον δὲ ἔλεγεν ὡς ἔδει τὴν Ἀθηνᾶν τὸν οἶκον τροχοῖς ἐπιθεῖναι, ἵνα, ἐὰν πονηρός τις παροικισθῇ γείτων, ῥᾳδίως μεταβαίνῃ. Καὶ ὁ Ζεὺς ἀγανακτήσας κατ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βασκανίᾳ τοῦ Ὀλύμπου αὐτὸν ἐξέβαλεν. 
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οὐδὲν οὕτως ἐστὶν ἐνάρετον ὅ μὴ πάντως περὶ τι ψόγον ἐπιδέχεται. 


Ο Δίας με την Αθηνά και με τον Προμηθέα
συναγωνίζονταν σκληρά σ’ έργα πολύ ωραία. 
Το Μώμο βάλανε κριτή για τις κατασκευές τους.
Καθόλου δεν αργήσανε να δείξουν τις δουλειές τους. 
Ο Δίας ταύρο έπλασε, άνθρωπο ο Προμηθέας, 
σπίτι η Αθηνά· ποιος θα ’παιρνε το έπαθλο της ιδέας;…
Κι ο Μώμος που τα έργα τους είχε πολύ φθονήσει
βρήκε κι από ένα ελάττωμα στην καθεμιά του κρίση:
« Στα κέρατα τους οφθαλμούς να ’χει ο ταύρος πρέπει
κι έτσι όταν θέλει να χτυπά, το στόχο του να βλέπει.
Ο άνθρωπος έξω απ’ το νου τις σκέψεις να κρεμάει,
να ξέρουμε τι σκέφτεται, να μη μας ξεγελάει.
Το σπίτι θα ’τανε καλό γοργούς τροχούς να έχει
αν τύχει γείτονας κακός, μακριά πολύ να τρέχει ».
Κι ο Δίας εξοργίστηκε τόσο μ’ αυτήν την κρίση,
που αμέσως αποφάσισε το Μώμο να εξορίσει.

Τίποτε δεν είν’ άψογο, μας λέει η ιστορία,
που να μην επιδέχεται καμιά κατηγορία.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Ο άνθρωπος που βρήκε ένα χρυσό λιοντάρι





Ἄνθρωπος λέοντα χρυσοῦν εὑρών

Δειλὸς φιλάργυρος λέοντα χρυσοῦν εὑρὼν ἔλεγεν· "Οὐκ οἶδα τίς γενήσομαι ἐν τοῖς παροῦσιν· ἐγὼ ἐκβέβλημαι τῶν φρενῶν καὶ τί πράττειν οὐκ ἔχω· μερίζει με φιλοχρηματία καὶ τῆς φύσεως ἡ δειλία. Ποία γὰρ τύχη ἢ ποῖος δαίμων εἰργάσατο χρυσοῦν λέοντα; Ἡ μὲν γὰρ ἐμὴ ψυχὴ πρὸς τὰ παρόντα ἑαυτῇ πολεμεῖ· ἀγαπᾷ μὲν τὸν χρυσόν, δέδοικε δὲ τοῦ χρυσοῦ τὴν ἐργασίαν· ἅπτεσθαι μὲν ἐλαύνει ὁ πόθος, ἀπέχεσθαι δὲ ὁ τρόπος. Ὢ τύχης διδούσης καὶ μὴ λαμβάνεσθαι συγχωρούσης· ὢ θησαυρὸς ἡδονὴν οὐκ ἔχων· ὢ χάρις δαίμονος ἄχαρις γενομένη. Τί οὖν; ποίῳ τρόπῳ χρήσωμαι; ἐπὶ ποίαν ἔλθω μηχανήν; ἄπειμι τοὺς οἰκέτας δεῦρο κομίσων λαβεῖν ὀφείλοντας τῇ πολυπληθεῖ συμμαχίᾳ, κἀγὼ πόῤῥω ἔσομαι θεατής." 
 Ὁ λόγος ἁρμόζει πρός τινα πλούσιον μὴ τολμῶντα προσψαῦσαι καὶ χρήσασθαι τῷ πλούτῳ. 

Δειλός τσιγκούνης κάποτε βρήκε χρυσό λιοντάρι.
Μ’ αυτά τα δυο γνωρίσματα, ποια απόφαση να πάρει;… 
Να το αγκαλιάσει θα ’θελε από φιλαργυρία
μα τον σταμάταγε σ’ αυτό η τόση του δειλία.

Την τύχη για τα πλούτη του να υμνήσει που του δίνει
ή να τη βρίσει αφού χαρά να νιώσει δεν αφήνει;
Θεού κατάρα να ’ναι αυτή ή να ’ναι θεού χάρη
που λαχταράει το χρυσό μα τρέμει το λιοντάρι;…

Αν δεν μπορείς να τα χαρείς τα πλούτη σου είναι ανούσια. 
Η μόνη ουσία στη ζωή, ψυχή να έχεις πλούσια.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Ο οδοιπόρος και η οχιά
















Ἀνὴρ ἔχιν ἀνελόμενος

Ὥρᾳ χειμῶνος ἔχις τις πλησίον ὁδοῦ κατέκειτο καὶ τῇ τοῦ ψύχους σφοδρότητι ἐκινδύνευε διαφθαρῆναι. ἀνὴρ δέ τις παρερχόμενος καὶ ταύτην ἰδὼν κατώκτειρε, καὶ ἄρας τῆς γῆς τῷ ἰδίῳ κόλπῳ ἐναπέθετο. ἡ δὲ ἔχις διαθερμανθεῖσα εὐθὺς καιρίῳ δήγματι τὸν ἄνδρα ἀπέκτεινεν. 
Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ φύσει κακός, κἂν ἀγαθόν τι παρὰ τινοσοῦν ἐπισπάσαιτο, τῷ εὐεργέτῃ μᾶλλον κακὰ ἀποδίδωσιν.

Διαβάτης είδε μιαν οχιά στο δρόμο παγωμένη
και σκέφτηκε πως του ερπετού λίγη ζωή του μένει.
Να τη ζεστάνει θέλοντας στον κόρφο του τη χώνει
μα εκείνη μες στη ζεστασιά ξυπνά και τον δαγκώνει.

Μην περιμένεις ο κακός τη φύση του ν’ αλλάξει. 
Ακόμη κι αν τον γλύκανες, φαρμάκι θα σου στάξει.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Το φίδι που το πατούσαν












Ὄφις πατούμενος καί Ζεὺς 

Ὄφις ὑπὸ πολλῶν πατούμενος ἀνθρώπων τῷ Διὶ ἐνετύγχανε περὶ τούτου. Ὁ δὲ Ζεὺς πρὸς αὐτὸν εἶπεν· Ἀλλ᾿ εἰ τὸν πρότερόν σε πατήσαντα ἔπληξας, οὐκ ἂν ὁ δεύτερος ἐπεχείρησε τοῦτο ποιῆσαι. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς πρώτοις ἐπιβαίνουσιν ἀνθιστάμενοι τοῖς ἄλλοις φοβεροὶ γίνονται.

Φίδι που πάταγαν πολλοί, σ’ ένα βωμό σερνόταν
κι ο Δίας το συμβούλευσε, που του παραπονιόταν:
« Αν δάγκωνες απ’ την αρχή αυτόν που σε πατούσε,
να σε πατήσει άλλος κανείς μετά δε θα τολμούσε ».

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Ο ψεύτης βοσκός



Ποιμήν παίζων

Καὶ που παιδίον ποίμνια νέμον ἐφ᾿ ὑψηλοῦ τόπου ἱστάμενον πολλάκις ἀνέκραγε· Βοηθεῖτέ μοι, λύκοι. Οἱ δὲ ἀγρότεροι τρέχοντες ἐν τῇ ποίμνῃ τοῦτον ηὕρισκον μηδαμῶς ἀληθεύοντα. Τοῦτο δὲ πολλάκις τοῦ παιδὸς πραξαμένου, οἱ τοιοῦτοι συνήρχοντο καὶ ἀεὶ ψεῦδος εὑρίσκοντες ἀπήρχοντο. Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ λύκου προσελθόντος, ὁ παῖς ἐβόα· Ὁ λύκος, δεῦτε. Ἐπεὶ δὲ οὐδεὶς ἐπίστευεν οὐδ᾿ ἀπήρχετο βοηθῆσαι, ὁ λύκος ἀδείας λαβόμενος, εὐκόλως τὴν ποίμνην πᾶσαν διέφθειρεν. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοσοῦτον οὐκ ὠφελεῖ τινα τὸ μὴ λαλεῖν τὰ ἀληθῆ ὅσον δεῖ φοβεῖσθαι μήπως ἐκ τούτου οὐδὲ τὰ ἀληθῆ λέγων εἰσακούσθῃ. 

 Συνήθειο είχε ένας βοσκός κόσμο να ξεγελάει
φωνάζοντας πως έρχεται λύκος τ’ αρνιά να φάει.
Τρομάζαν τότε οι χωρικοί και τρέχαν για βοήθεια
και μ' ανακούφιση άκουγαν πως δεν ήταν αλήθεια.
Κι όταν ο λύκος πράγματι να κυνηγήσει βγήκε
όσο κι αν φώναζε ο βοσκός, βοηθό του ούτ’ έναν βρήκε.
Γιατί νομίσαν όλοι τους πως πάλι ψέμα λέει.
Κι αν το κοπάδι του έχασε, που ήταν ψεύτης φταίει.

 Πώς να πιστέψεις άνθρωπο που σε παραμυθιάζει;… 
 Γιατί κι αλήθεια όταν πει, πάλι με ψέμα μοιάζει.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Το παιδί που πνιγόταν


Παῖς λουόμενος 

Παῖς λουόμενος ἐν ποταμῷ ἐκινδύνευε πνιγῆναι. Καὶ ἰδών τινα παροδίτην ἐπεφώνει· Βοήθησόν τι. Ὁ δὲ ἐμέμφετο τῷ παιδὶ τολμηρίαν. Τὸ δὲ παιδίον εἶπεν· Ἀλλὰ νῦν μοι βοήθησον· ὕστερον δὲ σωθέντα μέμφου. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι μὴ μέμφου, πλὴν ἐλέει· καὶ γὰρ παράληκτον ποιεῖς τὸν λυπούμενον. 

Κάποτε σ’ έναν ποταμό μικρό παιδί πνιγόταν 
κι ένας που πέρναγε από κει την τόλμη του μεμφόταν: 
« Τι το ’θελες παιδάκι μου εδώ να κολυμπήσεις; » 
« Σώσε με πρώτα κι ύστερα να με κατηγορήσεις! » 

Αυτός που σφάλμα έκανε δε θέλει τη μομφή σου… 
Αν θέλεις, κατηγόρησε· μα πρώτα ευσπλαχνίσου.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Ο δειλός κυνηγός και ο ξυλοκόπος


Δειλός κυνηγός καί δρυτόμος

Λέοντός τις κυνηγὸς ἴχνη ἐπεζήτει• δρυτόμον δὲ ἐρωτήσας εἰ εἶδεν ἴχνη λέοντος καὶ ποῦ κοιτάζει, ἐφη• "Καὶ αὐτὸν τὸν λέοντά σοι ἤδη δείξω". Ὁ δὲ ὠχριάσας ἐκ τοῦ φόβου καὶ τοὺς ὀδόντας συγκρούων εἶπεν• " Ἴχνη μόνα ζητῶ, οὐχὶ αὐτὸν τὸν λέοντα". 

Ὅτι τοὺς θρασεῖς καὶ δειλοὺς ὁ μῦθος ἐλέγχει, τοὺς τολμηροὺς ἐν τοῖς λόγοις καὶ οὐκ ἐν τοῖς ἔργοις.

Λιοντάρι ψάχνει κυνηγός· ζητά από ξυλοκόπο 
αν κάπου είδε τα χνάρια του, να του ’δειχνε τον τόπο.
 Κι ο ξυλοκόπος πρόθυμα το ίδιο το ζώο του δείχνει.
 « Μα το λιοντάρι δε ζητώ· να δω μόνον τα ίχνη », 
είπε χλομός ο κυνηγός που ’χε κατατρομάξει.
 Συχνά στα λόγια ο τολμηρός, είναι δειλός στην πράξη.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο αστρονόμος


Ἀστρολόγος

Ἀστρολόγος ἐξιὼν ἑκάστοτε ἑσπέρας ἔθος εἶχε τοὺς ἀστέρας ἐπισκοπῆσαι. Καὶ δή ποτε περιιὼν εἰς τὸ προάστειον καὶ τὸν νοῦν ὅλον ἔχων πρὸς τὸν οὐρανὸν ἔλαθε καταπεσὼν εἰς φρέαρ. Ὀδυρομένου δὲ αὐτοῦ καὶ βοῶντος, παριών τις, ὡς ἤκουσε τῶν στενάγμων, προσελθὼν καὶ μαθὼν τὰ συμβεβηκότα, ἔφη πρὸς αὐτόν· 
" Ὦ οὗτος, σὺ τὰ ἐν οὐρανῷ βλέπειν πειρώμενος τὰ ἐπὶ τῆς γῆς οὐχ ὁρᾷς;"

Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις ἐπ' ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων οἳ παραδόξως ἀλαζονεύονται, μηδὲ τὰ κοινὰ τοῖς ἀνθρώποις ἐπιτελεῖν δυνάμενοι. 

Να δει τ’ αστέρια έβγαινε τις νύχτες ο αστρονόμος
κι ο ουρανός τα μάτια του τραβούσε κι όχι ο δρόμος.
Γι’ αυτό όπως πάνω κοίταζε συνέχεια ένα βράδυ
χωρίς να δει στα χαμηλά, έπεσε σε πηγάδι.
Κι ο αστρονόμος μέσα εκεί, οδύρεται και κλαίει
μα κάποιος που κατάλαβε τι έγινε, του λέει:
« Ε, φίλε που τον ουρανό κοιτάζεις σαν το χάνο,
δε σ’ ενδιαφέρουνε αυτά που ’ναι στη γη επάνω;…»

Στ’ αλήθεια είναι παράξενο να μελετάς τ’ αστέρια 
μα να μην ξέρεις πού πατάς ή τι κρατάς στα χέρια.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η αλεπού και τα σταφύλια












λώπηξ καί βότρυς

Ἀλώπηξ λιμώττουσα, ὡς ἐθεάσατο ἀπό τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτῶν περιγενέσθαι καὶ οὐκ ἠδύνατο. Ἀπαλλαττομένη δὲ πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν· "Ὄμφακές εἰσιν." Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τῶν πραγμάτων ἐφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι' ἀσθένειαν τοὺς καιροὺς αἰτιῶνται.

Κάτω από μια κληματαριά, σταφύλια για να φτάσει,
πηδούσε αδίκως μια αλεπού, που ’χε πολύ πεινάσει.
Κι αφού απέμεινε άκαρπη κι η τελευταία προσπάθεια
πήρε το δρόμο της γι’ αλλού, λέγοντας με απάθεια:
« Τσάμπα τσαμπιά κυνήγησα· το χρόνο μου έχω χάσει,
αφού οι ρώγες που ’θελα δεν έχουν ωριμάσει ».

Με παροιμία το ’πανε οι άνθρωποι καθάρια:
« Όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια ».

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Σαλπιγκτής













Σαλπιγκτής

Σαλπιγκτὴς στρατὸν ἐπισυνάγων καὶ κρατηθεὶς ὑπὸ τῶν πολεμίων ἐβόα· Μὴ κτείνετέ με, ὦ ἄνδρες, εἰκῆ καὶ μάτην· οὐδένα γὰρ ὑμῶν ἀπέκτεινα· πλὴν γὰρ τοῦ χαλκοῦ τούτου οὐδὲν ἄλλο κτῶμαι. Οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔφασαν· Διὰ τοῦτο γὰρ μᾶλλον τεθνήξῃ, ὅτι σὺ μὴ δυνάμενος πολεμεῖν τοὺς πάντας πρὸς μάχην ἐγείρεις.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πλέον πταίουσιν οἱ τοὺς κακοὺς καὶ βαρεῖς δυνάστας ἐπεγείροντες εἰς τὸ κακοποιεῖν.

Σε πόλεμο ένα σαλπιγκτή κάποτε αιχμαλωτίσαν
και να τον θανατώσουνε έτοιμοι οι εχθροί του ήσαν.
« Στρατιώτες, πείτε μου γιατί θα πρέπει να πεθάνω;
Μόνο τη σάλπιγγα βαστώ, πόλεμο εγώ δεν κάνω ».
« Μάθε λοιπόν ότι γι’ αυτό πιότερο δε γλιτώνεις·
τι κι αν εσύ δεν πολεμάς;...τους άλλους ξεσηκώνεις ».

Αυτό η μάχη της ζωής μάς το ’μαθε με οδύνη:
χειρότερος κι απ’ το φονιά, αυτός που τ’ όπλο δίνει.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Η σελήνη και η μητέρα της


















Σελήνη καί μήτηρ


Σελήνη ποτὲ ἐδεῖτο τῆς ἑαυτῆς μητρὸς, ὅπως αὐτῆι χιτώνιον ὑφάνηι σύμμετρον. Ἡ δ᾿ εἶπεν· «καὶ πῶς σύμμετρον ὑφήσω; νῦν μὲν γὰρ ὁρῶ σε πανσέληνον, αὖθις δὲ μηνοειδῆ, ποτὲ δ᾿ ἀμφίκυρτον.»

Φουστάνι απ’ τη μάνα της ζητούσε η Σελήνη
να πέφτει ωραία πάνω της και χάρη να της δίνει.
« Φουστάνι τέτοιο ποιος μπορεί, κόρη μου, να σου υφάνει
σε χάση και πανσέληνο το ίδιο να σου κάνει;...»

Έτσι κι ο κάθε άνθρωπος συχνά πολύ αλλάζει
και με τις φάσεις που περνά, στο φεγγαράκι μοιάζει.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Το λιοντάρι και η αλεπού





















Λέων καί λώπηξ

Λέων γηράσας καὶ μὴ δυνάμενος δι᾿ ἀλκῆς ἑαυτῷ τροφὴν πορίζειν ἔγνω δεῖν δι᾿ ἐπινοίας τοῦτο πρᾶξαι. Καὶ δὴ παραγενόμενος εἴς τι σπήλαιον καὶ ἐνταῦθα κατακλιθεὶς προσεποιεῖτο νοσεῖν· καὶ οὕτω τὰ παραγενόμενα πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὴν ἐπίσκεψιν ζῷα συλλαμβάνων κατήσθιε. Πολλῶν δὲ θηρίων καταναλωθέντων, ἀλώπηξ τὸ τέχνασμα αὐτοῦ συνεῖσα παρεγένετο, καὶ στᾶσα ἄποθεν τοῦ σπηλαίου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ πῶς ἔχοι. Τοῦ δὲ εἰπόντος· «Κακῶς,» καὶ τὴν αἰτίαν ἐρομένου δι᾿ ἣν οὐκ εἴσεισιν, ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἔγωγε εἰσῆλθον ἄν, εἰ μὴ ἑώρων πολλῶν εἰσιόντων ἴχνη, ἐξιόντος δὲ οὐδενός.»
Οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων ἐκ τεκμηρίων προορώμενοι τοὺς κινδύνους ἐκφεύγουσιν.


Λιοντάρι σε γεράματα· πώς την τροφή του πιάνει;…
Ξαπλώνει σ’ ένα σπήλαιο το άρρωστο να κάνει.
Τα ζώα που ενδιαφέρθηκαν και που κοντά του πήγαν
εύκολη λεία τ’ άμοιρα για κείνο καταλήγαν.
Μόν’ η αλεπού αδιάφορη το σπήλαιο προσπερνάει
και το λιοντάρι το γιατί δεν μπαίνει τη ρωτάει.
« Γιατί ίχνη βλέπω αρκετά από τα ζώα που μπήκαν
αλλά απ’ αυτά κανένα τους δε δείχνει κι ότι βγήκαν...»

Έτσι κι οι ξύπνιοι άνθρωποι πρέπει το νου τους να έχουν
κι αν θέλουν ν’ αποφύγουνε κινδύνους, να προσέχουν!

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Το λυχνάρι














Λύχνος
Μεθύων λύχνος ἐλαίῳ καὶ φέγγων ἐκαυχᾶτο ὡς ὑπὲρ ἥλιον πλέον λάμπει. Ἀνέμου δὲ πνοῆς συρισάσης, εὐθὺς ἐσβέσθη. Ἐκ δευτέρου δὲ ἅπτων τις εἶπεν αὐτῷ· Φαῖνε, λύχνε, καὶ σίγα· τῶν ἀστέρων τὸ φέγγος οὔποτε ἐκλείπει.
Ὅτι οὐ δεῖ τινα ἐν ταῖς δόξαις καὶ τοῖς λαμπροῖς τοῦ βίου τυφοῦσθαι· ὅσα γὰρ ἂν κτήσηταί τις, ξένα τυγχάνει.
 

Λυχνάρι για τη λάμψη του συνέχεια καυχιόταν
και με το φως το δυνατό του ήλιου συγκρινόταν.
Φυσάει αγέρι απαλό και το λυχνάρι σβήνει.
Κι αυτός που το ξανάναψε, μια συμβουλή του δίνει:
« Φέγγε, λυχνάρι, όσο θες· μα κάλλιο να σωπάσεις.
Τη λάμψη εσύ των αστεριών ποτέ σου δε θα φτάσεις ».

Από την περηφάνια του κανείς να μη φουσκώνει
γιατί από τη δόξα του θα μείνει λίγη σκόνη.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Το ελάφι και το αμπέλι














Ἔλαφος καὶ ἄμπελος
 
Ἔλαφος διωκομένη ὑπὸ κυνηγῶν ἐκρύπτετο ὑπό τινα ἄμπελον. Διελθόντων δὲ τῶν κυνηγῶν, στραφεῖσα κατήσθιε τὰ φύλλα τῆς ἀμπέλου. Εἷς δέ τις τῶν κυνηγῶν στραφεὶς καὶ θεασάμενος, ὃ εἶχεν ἀκόντιον βαλών, ἔτρωσεν αὐτήν. Ἡ δὲ μέλλουσα τελευτᾶν στενάξασα πρὸς ἑαυτὴν ἔφη· Δίκαιά γε πάσχω, ὅτι τὴν σώσασάν με ἄμπελον ἠδίκησα.


Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν κατὰ ἀνδρῶν οἵτινες τοὺς εὐεργέτας ἀδικοῦντες ὑπὸ θεοῦ κολάζονται.


Ένα ελάφι κυνηγοί με λύσσα κυνηγούνε.
Μέσα σε κληματόφυλλα κρύφτηκε μην το βρούνε.
Να μασουλάει άρχισε τα φύλλα που το σώσαν
κι ακάλυπτο όπως έμεινε, εύκολα το σκοτώσαν.

Ποτέ τους ευεργέτες σου να μην τους ζημιώνεις.
Για την αχαριστία σου, πληρώνεις· δε γλιτώνεις.

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Τα βόδια και ο τροχός













Βόες καὶ ἄξων

Βόες ἅμαξαν εἷλκον. Τοῦ δὲ ἄξονος τρίζοντος, ἐπιστραφέντες ἔφασαν οὕτως πρὸς αὐτόν· " Ὦ οὗτος, ἡμῶν τὸ ὅλον βάρος φερόντων, σὺ κέκραγας;"
Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι, μοχθούντων ἑτέρων, αὐτοὶ προσποιοῦνται κάμνειν.

Κάποτε βόδια έσερναν μιαν άμαξα με κόπο
και στον τροχό που βόγγαγε του είπανε με τρόπο:
« Καθόλου δεν αισχύνεσαι έτσι να μας πειράζεις;
Εμείς το βάρος έχουμε, εσύ γιατί φωνάζεις;...»

Κι ό,τι τα βόδια είπανε, ισχύει και στους ανθρώπους.
Άλλοι τα βάρη κουβαλούν κι άλλοι μιλούν για κόπους.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Ο γεωργός και τα παιδιά του




















Γεωργὸς καὶ παῖδες αὐτοῦ 

Γεωργός τις μέλλων καταλύειν τὸν βίον καὶ βουλόμενος τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας πεῖραν λαβεῖν τῆς γεωργίας, προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ἔφη· "Παῖδες ἐμοὶ, ἐγὼ μὲν ἤδη τοῦ βίου ὑπέξειμι, ὑμεῖς δ' ἅπερ ἐν τῇ ἀμπέλῳ μοι κέκρυπται ζητήσαντες, εὑρήσετε πάντα." Οἱ μὲν οὖν οἰηθέντες θησαυρὸν ἐκεῖ που κατορωρύχθαι, πᾶσαν τὴν τῆς ἀμπέλου γῆν μετὰ τὴν ἀποβίωσιν τοῦ πατρὸς κατέσκαψαν. Καὶ θησαυρῷ μὲν οὐ περιέτυχον, ἡ δὲ ἄμπελος καλῶς σκαφεῖσα πολλαπλασίονα τὸν καρπὸν ἀνέδωκεν.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ὁ κάματος θησαυρός ἐστι τοῖς ἀνθρώποις.


Ένας γεωργός πεθαίνοντας καλεί τους γιους κοντά του,
να μεταδώσει θέλοντας την πείρα απ’ τη δουλειά του.
« Παιδιά μου, φεύγω απ’ τη ζωή, όμως εσείς μπορείτε
όσα κρυμμένα έχω εγώ, στο αμπέλι να τα βρείτε ».
Κι εκείνοι θεωρήσανε πως θησαυρό είχε θάψει
και πριν θαφτεί ο πατέρας τους, είχαν το αμπέλι σκάψει.
Τι κι αν κανένα θησαυρό δε βρήκανε θαμμένο;…
Το αμπέλι έδωσε καρπό, έτσι καλά σκαμμένο.

Μην περιμένεις εύκολα τίποτε ν’ αποκτήσεις·
μονάχα με τον κόπο σου μπορεί να θησαυρίσεις.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Η κοιλιά και τα πόδια




















Κοιλία καὶ πόδες


Κοιλία καὶ πόδες περὶ δυνάμεως ἤριζον. Παρ᾿ ἕκαστα δὲ τῶν ποδῶν λεγόντων ὅτι τοσοῦτον προέχουσι τῇ ισχύι ὡς καὶ αὐτὴν τὴν γαστέρα βαστάζειν, ἐκείνη ἀπεκρίνατο· «Ἀλλ᾿, ὦ οὗτοι, ἐὰν μὴ ἐγὼ τροφὴν ὑμῖν παράσχωμαι, οὐδὲ ὑμεῖς βαστάζειν δυνήσεσθε.»

Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν στρατευμάτων τὸ μηδὲν ἐπὶ τὸ πολὺ πλῆθος, ἐὰν μὴ οἱ στρατηγοὶ ἄριστα φρονῶσιν.


Τα πόδια κοκορεύονται πως την κοιλιά στηρίζουν.
Μα αν δε γεμίσει αυτή η κοιλιά, τα πόδια δε λυγίζουν;…
Ο λόγος μες στον πόλεμο βρίσκει το αντίστοιχό του:
Τι να σου κάνει ένας στρατός χωρίς το στρατηγό του;