Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ο ταύρος και οι άγριοι τράγοι





















Ταῦρος καί τράγος

Λέοντα φεύγων ταῦρος εἰς σπήλαιον ἔδυ· τράγος δὲ τοῦτον τοῖς κέρασιν ἐξώθει. Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐ σέ, ἀλλὰ τὸν λέοντα φοβοῦμαι· ἐπεὶ παρελθέτω, καὶ τότε γνώσῃ τίς ἡ δύναμις ταύρου καὶ τράγου.
Ὅτι πολλάκις καὶ δυνατοὺς ἄνδρας αἱ συμφοραὶ ταπεινοῦσιν ὥστε τὰς ἐξ εὐτελῶν καὶ δειλῶν ὑπομένειν αἰκίας.



Λιοντάρι ταύρο κυνηγά και σε σπηλιά αυτός μπαίνει
όπου εκεί τον κουτουλούν τράγοι αγριεμένοι.
« Τα κέρατά σας τα σκληρά », ο ταύρος λέει, « θ’ αντέξω,
όχι από φόβο για εσάς, αλλά γι’ αυτόν που ’ναι έξω ».

Ν’ αντέχεις όταν σε χτυπούν κάποιοι ασθενέστεροί σου,
αν έτσι σώζεσαι απ’ αυτούς που ’ναι ισχυρότεροί σου.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Ο ναυαγός
















Ἀνὴρ  ναυαγός

Ἀνὴρ πλούσιος Ἀθηναῖος μεθ' ἑτέρων τινῶν ἔπλει. Καὶ δὴ χειμῶνος σφοδροῦ γενομένου καὶ τῆς νηὸς περιτραπείσης, οἱ μὲν λοιποὶ πάντες διενήχοντο, ὁ δὲ Ἀθηναῖος παρ' ἕκαστα τὴν Ἀθηνᾶν ἐπικαλούμενος μυρία ἐπηγγέλλετο, εἰ περισωθείη. Εἷς δέ τις τῶν συννεναυαγηκότων παρανηχόμενος ἔφη πρὸς αὐτόν· "Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ σὺ χεῖρα κινεῖ. Ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς μετὰ τῆς τῶν θεῶν παρακλήσεως χρὴ καὶ αὐτούς τι ὑπὲρ αὑτῶν λογιζομένους δρᾶν. Ὅτι ἀγαπητόν ἐστι καὶ ἐνεργοῦντας θεῶν εὐνοίας τυγχάνειν ἢ ἑαυτῶν ἀμελοῦντας ὑπὸ τῶν δαιμόνων περισώζεσθαι."
Τοὺς εἰς συμφορὰς ἐμπίπτοντας χρὴ καὶ αὐτοὺς ὑπὲρ ἑαυτῶν κοπιᾶν καὶ οὕτω τοῦ θεοῦ περὶ βοηθείας δέεσθαι.

Με πλοίο Αθηναίος πλούσιος ένα ταξίδι πάει
και ξαφνικά θύελλα ξεσπάει.
Το πλοίο ανατρέπεται· όλοι τους ναυαγούνε
και κολυμπούν για να σωθούνε.
Μα ο πλούσιος δεν κολυμπά κι υπόσχεται να δώσει
στην Αθηνά πολλά αν τον σώσει.
Και κάποιος που τον άκουσε μια συμβουλή του δίνει:
« συν Αθηνά και χείρα κίνει ».

Μην περιμένεις να σωθείς, σε συμφορές σαν πέσεις,
χωρίς αγώνα, αν τους θεούς απλώς παρακαλέσεις.

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Το καλάμι και η ελιά















 Κάλαμος καὶ ἐλαία 

Διὰ καρτερίαν καὶ ἰσχὺν καὶ ἡσυχίαν κάλαμος καὶ ἐλαία ἤριζον. Τοῦ δὲ καλάμου ὀνειδιζομένου ὑπὸ τῆς ἐλαίας ὡς ἀδυνάτου καὶ ῥᾳδίως ὑποκλινομένου πᾶσι τοῖς ἀνέμοις, ὁ κάλαμος σιωπῶν οὐκ ἐφθέγξατο. Καὶ μικρὸν ὑπομείνας, ἐπειδὴ ἄνεμος ἔπνευσεν ἰσχυρός, ὁ μὲν κάλαμος ὑποσεισθεὶς καὶ ὑποκλινθεὶς τοῖς ἀνέμοις ῥᾳδίως διεσώθη· ἡ δ᾿ ἐλαία, ἐπειδὴ ἀντέτεινε τοῖς ἀνέμοις, κατεκλάσθη τῇ βίᾳ. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ τῷ καιρῷ καὶ τοῖς κρείττοσιν αὐτῶν μὴ ἀνθιστάμενοι κρείττους εἰσὶ τῶν πρὸς μείζονας φιλονεικούντων.

Κάποια ελιά κορόιδευε καλάμι που λυγούσε
κάθε που φύσαγε μα αυτό καθόλου δε μιλούσε.
Ξεσπάει αγέρας κι η ελιά που ανθίσταται, κρακ, σπάει·
μα το καλάμι σώζεται που ξέρει να λυγάει...

Δεν πρέπει ν’ αντιστέκεσαι στους ισχυρότερούς σου·
τον τρόπο να ελίσσεται πρέπει να βρει ο νους σου.

Ο φιλάργυρος


Φιλάργυρος
 
Φιλάργυρός τις οὐσίαν αὐτοῦ ἅπασαν ἐξαργυρωσάμενος καὶ βῶλον χρυσοῦν ποιήσας καὶ τοῦτον ἔν τινι τοίχῳ κατορύξας, καθ᾿ ἑκάστην ἐρχόμενος ἑώρα αὐτόν. Καὶ δὴ τῶν ἐργατῶν τις παρατηρήσας, καταλαβὼν τὸν τόπον καὶ τὸ χρυσίον εὑρὼν ἀνείλατο. Μετὰ μικρὸν δὲ ἐλθὼν ὁ ἴδιος δεσπότης καὶ μὴ εὑρὼν αὐτὸ ἤρξατο κλαίειν καὶ τίλλειν τὰς τρίχας αὐτοῦ. Ἰδὼν δέ τις αὐτὸν οὕτως ὀλοφυρόμενον ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν καὶ μαθὼν ἔφη αὐτῷ· Ὦ οὗτος, μὴ λυποῦ, ἀλλὰ λαβὼν λίθον, θὲς ἀντ᾿ αὐτοῦ καὶ νόμιζε τὸ χρυσίον εἶναι· ὡς γὰρ ὁρῶ, οὐδὲ ὅτε ἦν, ἔχρῃζες αὐτοῦ. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐδέν ἐστιν ἡ κτῆσις, ἐὰν μὴ ἡ χρῆσις παρῇ.

Ένας τσιγκούνης άνθρωπος πουλά το βιος του όλο·
για να το κρύβει εύκολα, χρυσό αγοράζει βώλο.
Κι αφού τόπο επέλεξε, μεγάλο λάκκο σκάβει –
μαζί με την ψυχούλα του, εκεί το βώλο θάβει.
Για να τον βλέπει συνεχώς κει γύρω βωλοδέρνει,
μα κλέφτης που τον πρόσεξε, πάει και του τον παίρνει.
Και όταν ο φιλάργυρος κατάλαβε πως λείπει,
θρηνολογώντας, τα μαλλιά τραβούσε απ’ τη λύπη.
Άνθρωπος που τον ρώτησε κι έμαθε τι συνέβη,
αφού λιγάκι σκέφτηκε, σοφά τον συμβουλεύει:
« Φίλε μου, πάψε να θρηνείς, έλεος πια, νισάφι!
Σαν να μην το ’χες ήτανε και που ’χες το χρυσάφι...
Αντί χρυσό τα χέρια σου πέτρα στο χώμα ας χώσουν,
αφού και που ’χες το χρυσό σαν πέτρα του φερόσουν ».

Ο πλούτος χάνει κάθε αξία
αν περιπέσει σε αχρησία.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Οι χύτρες














Χύτραι 
 
Χύτραν ὀστρακίνην καὶ χαλκῆν ποταμὸς κατέφερεν. Ἡ δὲ ὀστρακίνη τῇ χαλκῇ ἔλεγεν· Μακρόθεν μου κολύμβα, καὶ μὴ πλησίον· ἐὰν γάρ μοι σὺ προσψαύσῃς, κατακλῶμαι, κἂν ἐγὼ μὴ θέλουσα προσψαύσω.
Ὅτι ἐπισφαλής ἐστι βίος πένητι δυναστοῦ ἅρπαγος πλησίον παροικοῦντι.


Δυο χύτρες διαφορετικές ποτάμι παρασέρνει:
μια από πηλό, μια από χαλκό, κοντά το ρεύμα φέρνει.
Κι η πήλινη στη χάλκινη λέει: « Μην πλησιάσεις·
γιατί αν μ’ αγγίξεις σίγουρα εμένα θα με σπάσεις ».

Μακριά το σπίτι του φτωχού
απ’ το παλάτι του ισχυρού!

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Ο γέρος και ο Θάνατος














Γέρων καί Θάνατος

Γέρων ποτὲ ξύλα κόψας καὶ ταῦτα φέρων πολλὴν ὁδὸν ἐβάδιζε. Διὰ δὲ τὸν κόπον τῆς ὁδοῦ ἀποθέμενος τὸ φορτίον τὸν Θάνατον ἐπεκαλεῖτο. Τοῦ δὲ Θανάτου φανέντος καὶ πυθομένου δι' ἣν αἰτίαν αὐτὸν παρακαλεῖται, ὁ γέρων ἔφη· " Ἴνα τὸ φορτίον ἄρῃς."
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πᾶς ἄνθρωπος φιλόζωος, ἐν τῷ βίῳ κἂν δυστυχῇ.

Γέρος τα ξύλα που ’κοψε στην πλάτη κουβαλούσε
κι αφού κουράστηκε πολύ, το Θάνατο καλούσε.
Μα όταν του ’ρθε ο Θάνατος να μάθει τι ζητάει,
« ήθελα εσύ να σήκωνες το βάρος », του απαντάει.

Γιατί όλοι τη ζωούλα μας που τόσο αγαπούμε
δε θέλουμε να χάσουμε, έστω κι αν δυστυχούμε.

Οι κλέφτες και ο κόκορας















Κλέπται καὶ ἀλεκτρυών

Κλέπται εἴς τινα εἰσελθόντες οἰκίαν οὐδὲν εὗρον ὅτι μὴ ἀλεκτρυόνα, καὶ τοῦτον λαβόντες ἀπῄεσαν. Ὁ δὲ μέλλων ὑπ᾿ αὐτῶν θύεσθαι ἐδεῖτο ὡς ἂν αὐτὸν ἀπολύσωσι, λέγων χρήσιμος εἶναι τοῖς ἀνθρώποις νυκτὸς αὐτοὺς ἐπὶ τὰ ἔργα ἐγείρων. Οἱ δὲ ἔφασαν· Αλλὰ διὰ τοῦτό σε μᾶλλον θύομεν· ἐκείνους γὰρ ἐγείρων κλέπτειν ἡμᾶς οὐκ ἐᾷς.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ταῦτα μάλιστα τοῖς πονηροῖς ἐναντιοῦται ἃ τοῖς χρηστοῖς ἐστιν εὐεργετήματα.

Μία φορά κι έναν καιρό, κλέφτες σε σπίτι μπήκαν
μα όσο και να έψαξαν, τίποτε εκεί δε βρήκαν.
Για να μη φύγουν άπραγοι, πήραν απ’ το κοτέτσι
ένα μεγάλο πετεινό, κάτι να κλέψουν έτσι.
Κι εκείνος τους παρακαλεί να μην τονε πειράξουν –
πώς θα ξυπνάει το πρωί το αφεντικό, αν τον σφάξουν;...
« Γι’ αυτό ακριβώς θα έπρεπε πιότερο να πεθάνεις:
γιατί ξυπνώντας τον αυτόν, σ’ εμάς χαλάστρα κάνεις ».

Τους καλούς αν τους γλυκάνεις,
τους κακούς θα τους πικράνεις.

Ο γιατρός και ο ασθενής


Ἰατρὸς καὶ νοσῶν

Ἰατρὸς ἐκκομιζομένῳ τινὶ τῶν οἰκείων ἐπακολουθῶν ἔλεγε πρὸς τοὺς προπέμποντας ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος, εἰ οἴνου ἀπείχετο καὶ κλυστῆρσιν ἐχρήσατο, οὐκ ἂν ἀπέθανε. Τούτων δέ τις ὑποτυχὼν ἔφη· Ὦ οὗτος, ἀλλ᾿ οὐ νῦν σε ἔδει ταῦτα λέγειν, ὅτε οὐδὲν ὄφελος, τότε δὲ παραινεῖν, ὅτε καὶ χρῆσθαι ἠδύνατο.

Πριν από χρόνια συγγενείς βρέθηκαν σε κηδεία·
μαζί μ’ αυτούς ένας γιατρός ήταν στη συνοδεία.
Όλο έλεγε για το νεκρό πως δε θα ’χε πεθάνει
αν είχε κόψει το κρασί και κλύσμα αν είχε κάνει.
Και κάποιος του ’πε: « Φίλε μου, καιρός να το βουλώσεις.
Γιατί όσο ζούσε θα ’πρεπε τις συμβουλές να δώσεις ».