Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο πατέρας και οι κόρες




Πατήρ καί θυγατέρες 

Ἔχων τις δύο θυγατέρας, τὴν μὲν κηπουρῷ ἐξέδωκε πρὸς γάμον, τὴν δὲ ἑτέραν κεραμεῖ. Χρόνου δὲ προελθόντος, ἧκεν ὡς τὴν τοῦ κηπουροῦ καὶ ταύτην ἠρώτα πῶς ἔχοι καὶ ἐν τίνι αὐτοῖς εἴη τὰ πράγματα. Τῆς δὲ εἰπούσης πάντα μὲν αὐτοῖς παρεῖναι, ἐν δὲ τοῦτο εὔχεσθαι τοῖς θεοῖς ὅπως χειμὼν γένηται καὶ ὄμβρος, ἵνα τὰ λάχανα ἀρδευθῇ, μετ’ οὐ πολὺ παρεγένετο πρὸς τὴν τοῦ κεραμέως καὶ αὐτῆς ἐπυνθάνετο πῶς ἔχοι. Τῆς δὲ τὰ μὲν ἄλλα μὴ ἐνδεῖσθαι εἰπούσης, τοῦτο δὲ μόνον εὔχεσθαι, ὅπως αἰθρία τε λαμπρὰ ἐπιμείνῃ καὶ λαμπρὸς ἥλιος, ἵνα ξηρανθῇ ὁ κέραμος, εἶπε πρὸς αὐτήν· «Ἐὰν σὺ μὲν εὐδίαν ἐπιζητῇς, ἡ δὲ ἀδελφή σου χειμῶνα, ποτέρᾳ ὑμῶν συνεύξομαι;» 

Πάντρεψε κάποιος κόρες δυο που ’χανε πλούσια κάλλη·
κεραμοπλάστη πήρε η μια και κηπουρό η άλλη.
Η πρώτη ευδία εύχεται, οι πλίνθοι να στεγνώσουν
κι η δεύτερη πολλές βροχές, φυτά να μεγαλώσουν. 
Ο δύστυχος πατέρας τους δεν ξέρει τι να κάνει: 
ευχή για ήλιο ή για βροχή, χωρίς μια να πικράνει...
Είν’ άσκοπο να επιθυμείς δυο αντίθετα συγχρόνως·
δε θα πετύχεις τίποτε και θα σου μείνει ο πόνος.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το έλατο και ο βάτος




Ἐλάτη καὶ βάτος 

Ἤριζον πρὸς ἀλλήλας ἐλάτη καὶ βάτος. Ἡ δὲ ἐλάτη ἑαυτὴν ἐπαινοῦσα ἔφη ὅτι "καλή εἰμι καὶ εὐμήκης καὶ ὑψηλὴ καὶ χρησιμεύω εἰς ναῶν στέγη καὶ εἰς πλοῖα· καὶ πῶς ἐμοὶ συγκρίνῃ;"Ἡ δὲ βάτος εἶπεν· "Εἰ μνησθῇς τῶν πελέκεων καὶ τῶν πριόνων τῶν σε κοπτόντων, βάτος γενέσθαι καὶ σὺ μᾶλλον θελήσεις. 
Ὅτι οὐ δεῖ ἐν βίῳ ὄντας ἐπαίρεσθαι ἐν τῇ δόξῃ· τῶν γὰρ εὐτελῶν ἀκίνδυνός ἐστιν ὁ βίος.


Στο βάτο κάποτε έλατο με χλεύη είχε μιλήσει: 
« Εσύ κανέναν και ποτέ δεν έχεις ωφελήσει,
ενώ εμένα θα με δεις σε στέγες ν’ ανεβαίνω
και στων ανθρώπων εύκολα τα σπιτικά να μπαίνω ».
« Των πριονιών, των τσεκουριών τα τραύματα αν σκεφτόσουν,
βάτος και όχι έλατο να ήσουν θα ευχόσουν ».

Κάλλιο να μείνεις πάμφτωχος κι άφοβα να κοιμάσαι 
παρά να γίνεις πλούσιος και όλο μ’ έγνοιες να ’σαι. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δίας, ο Προμηθέας, η Αθηνά, ο Μώμος


Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ καὶ Μῶμος 

Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ κατασκευάσαντες, ὁ μὲν ταῦρον, Προμηθεὺς δὲ ἄνθρωπον, ἡ δὲ οἶκον, Μῶμον κριτὴν εἵλοντο. Ὁ δὲ φθονήσας τοῖς δημιουργήμασιν ἀρξάμενος ἔλεγε τὸν μὲν Δία ἡμαρτηκέναι, τοῦ ταῦρου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τοῖς κέρασιν μὴ θέντα, ἵνα βλέπῃ ποῦ τύπτει· τὸν δὲ Προμηθέα, διότι τοῦ ἀνθρώπου τὰς φρένας οὐκ ἔξωθεν ἀπεκρέμασεν, ἵνα μὴ λανθάνωσιν οἱ πονηροί, φανερὸν δὲ ᾖ τί ἕκαστος κατὰ νοῦν ἔχει, τρίτον δὲ ἔλεγεν ὡς ἔδει τὴν Ἀθηνᾶν τὸν οἶκον τροχοῖς ἐπιθεῖναι, ἵνα, ἐὰν πονηρός τις παροικισθῇ γείτων, ῥᾳδίως μεταβαίνῃ. Καὶ ὁ Ζεὺς ἀγανακτήσας κατ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βασκανίᾳ τοῦ Ὀλύμπου αὐτὸν ἐξέβαλεν. 
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οὐδὲν οὕτως ἐστὶν ἐνάρετον ὅ μὴ πάντως περὶ τι ψόγον ἐπιδέχεται. 


Ο Δίας με την Αθηνά και με τον Προμηθέα
συναγωνίζονταν σκληρά σ’ έργα πολύ ωραία. 
Το Μώμο βάλανε κριτή για τις κατασκευές τους.
Καθόλου δεν αργήσανε να δείξουν τις δουλειές τους. 
Ο Δίας ταύρο έπλασε, άνθρωπο ο Προμηθέας, 
σπίτι η Αθηνά· ποιος θα ’παιρνε το έπαθλο της ιδέας;…
Κι ο Μώμος που τα έργα τους είχε πολύ φθονήσει
βρήκε κι από ένα ελάττωμα στην καθεμιά του κρίση:
« Στα κέρατα τους οφθαλμούς να ’χει ο ταύρος πρέπει
κι έτσι όταν θέλει να χτυπά, το στόχο του να βλέπει.
Ο άνθρωπος έξω απ’ το νου τις σκέψεις να κρεμάει,
να ξέρουμε τι σκέφτεται, να μη μας ξεγελάει.
Το σπίτι θα ’τανε καλό γοργούς τροχούς να έχει
αν τύχει γείτονας κακός, μακριά πολύ να τρέχει ».
Κι ο Δίας εξοργίστηκε τόσο μ’ αυτήν την κρίση,
που αμέσως αποφάσισε το Μώμο να εξορίσει.

Τίποτε δεν είν’ άψογο, μας λέει η ιστορία,
που να μην επιδέχεται καμιά κατηγορία.