Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Ο άνθρωπος που βρήκε ένα χρυσό λιοντάρι





Ἄνθρωπος λέοντα χρυσοῦν εὑρών

Δειλὸς φιλάργυρος λέοντα χρυσοῦν εὑρὼν ἔλεγεν· "Οὐκ οἶδα τίς γενήσομαι ἐν τοῖς παροῦσιν· ἐγὼ ἐκβέβλημαι τῶν φρενῶν καὶ τί πράττειν οὐκ ἔχω· μερίζει με φιλοχρηματία καὶ τῆς φύσεως ἡ δειλία. Ποία γὰρ τύχη ἢ ποῖος δαίμων εἰργάσατο χρυσοῦν λέοντα; Ἡ μὲν γὰρ ἐμὴ ψυχὴ πρὸς τὰ παρόντα ἑαυτῇ πολεμεῖ· ἀγαπᾷ μὲν τὸν χρυσόν, δέδοικε δὲ τοῦ χρυσοῦ τὴν ἐργασίαν· ἅπτεσθαι μὲν ἐλαύνει ὁ πόθος, ἀπέχεσθαι δὲ ὁ τρόπος. Ὢ τύχης διδούσης καὶ μὴ λαμβάνεσθαι συγχωρούσης· ὢ θησαυρὸς ἡδονὴν οὐκ ἔχων· ὢ χάρις δαίμονος ἄχαρις γενομένη. Τί οὖν; ποίῳ τρόπῳ χρήσωμαι; ἐπὶ ποίαν ἔλθω μηχανήν; ἄπειμι τοὺς οἰκέτας δεῦρο κομίσων λαβεῖν ὀφείλοντας τῇ πολυπληθεῖ συμμαχίᾳ, κἀγὼ πόῤῥω ἔσομαι θεατής." 
 Ὁ λόγος ἁρμόζει πρός τινα πλούσιον μὴ τολμῶντα προσψαῦσαι καὶ χρήσασθαι τῷ πλούτῳ. 

Δειλός τσιγκούνης κάποτε βρήκε χρυσό λιοντάρι.
Μ’ αυτά τα δυο γνωρίσματα, ποια απόφαση να πάρει;… 
Να το αγκαλιάσει θα ’θελε από φιλαργυρία
μα τον σταμάταγε σ’ αυτό η τόση του δειλία.

Την τύχη για τα πλούτη του να υμνήσει που του δίνει
ή να τη βρίσει αφού χαρά να νιώσει δεν αφήνει;
Θεού κατάρα να ’ναι αυτή ή να ’ναι θεού χάρη
που λαχταράει το χρυσό μα τρέμει το λιοντάρι;…

Αν δεν μπορείς να τα χαρείς τα πλούτη σου είναι ανούσια. 
Η μόνη ουσία στη ζωή, ψυχή να έχεις πλούσια.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Ο οδοιπόρος και η οχιά
















Ἀνὴρ ἔχιν ἀνελόμενος

Ὥρᾳ χειμῶνος ἔχις τις πλησίον ὁδοῦ κατέκειτο καὶ τῇ τοῦ ψύχους σφοδρότητι ἐκινδύνευε διαφθαρῆναι. ἀνὴρ δέ τις παρερχόμενος καὶ ταύτην ἰδὼν κατώκτειρε, καὶ ἄρας τῆς γῆς τῷ ἰδίῳ κόλπῳ ἐναπέθετο. ἡ δὲ ἔχις διαθερμανθεῖσα εὐθὺς καιρίῳ δήγματι τὸν ἄνδρα ἀπέκτεινεν. 
Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ φύσει κακός, κἂν ἀγαθόν τι παρὰ τινοσοῦν ἐπισπάσαιτο, τῷ εὐεργέτῃ μᾶλλον κακὰ ἀποδίδωσιν.

Διαβάτης είδε μιαν οχιά στο δρόμο παγωμένη
και σκέφτηκε πως του ερπετού λίγη ζωή του μένει.
Να τη ζεστάνει θέλοντας στον κόρφο του τη χώνει
μα εκείνη μες στη ζεστασιά ξυπνά και τον δαγκώνει.

Μην περιμένεις ο κακός τη φύση του ν’ αλλάξει. 
Ακόμη κι αν τον γλύκανες, φαρμάκι θα σου στάξει.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Το φίδι που το πατούσαν












Ὄφις πατούμενος καί Ζεὺς 

Ὄφις ὑπὸ πολλῶν πατούμενος ἀνθρώπων τῷ Διὶ ἐνετύγχανε περὶ τούτου. Ὁ δὲ Ζεὺς πρὸς αὐτὸν εἶπεν· Ἀλλ᾿ εἰ τὸν πρότερόν σε πατήσαντα ἔπληξας, οὐκ ἂν ὁ δεύτερος ἐπεχείρησε τοῦτο ποιῆσαι. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς πρώτοις ἐπιβαίνουσιν ἀνθιστάμενοι τοῖς ἄλλοις φοβεροὶ γίνονται.

Φίδι που πάταγαν πολλοί, σ’ ένα βωμό σερνόταν
κι ο Δίας το συμβούλευσε, που του παραπονιόταν:
« Αν δάγκωνες απ’ την αρχή αυτόν που σε πατούσε,
να σε πατήσει άλλος κανείς μετά δε θα τολμούσε ».