Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Ο Ηρακλής και ο πλούτος





















Ἡρακλῆς καί Πλοῦτος

Ἡρακλῆς ἰσοθεωθεὶς καὶ παρὰ Διὶ ἑστιώμενος ἕνα ἕκαστον τῶν θεῶν μετὰ πολλῆς φιλοφροσύνης ἠσπάζετο. Καὶ δὴ τελευταίου εἰσελθόντος τοῦ Πλούτου, κατὰ τοῦ ἐδάφους κύψας ἀπεστρέψατο αὐτόν. Ὁ δὲ Ζεὺς θαυμάσας τὸ γεγονὸς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν πάντας τοὺς δαίμονας προσαγορεύσας ἀσμένως μόνον τὸν Πλοῦτον ὑποβλέπεται. Ὁ δὲ εἶπεν· Ἀλλ᾿ ἔγωγε διὰ τοῦτο αὐτὸν ὑποβλέπομαι ὅτι παρ᾿ ὃν καιρὸν ἐν ἀνθρώποις ἤμην, ἑώρων αὐτὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῖς πονηροῖς συνόντα. 
Ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ᾿ ἀνδρὸς πλουσίου μὲν τὴν τύχην, πονηροῦ δὲ τὸν τρόπον.


Μαζί με τους θεούς μπορεί ο Ηρακλής να φάει·
με σεβασμό, όπως έρχονται, όλους τους χαιρετάει.
Μόνο στον Πλούτο έσκυψε να μην τον αντικρίσει
κι εύλογα ο Δίας ζήτησε αυτό να του εξηγήσει.
« Γιατί εγώ όσο γύριζα σ’ όλους τους κάτω τόπους
τον είδα να επισκέπτεται μόνο κακούς ανθρώπους ».

Ο Δίας και η χελώνα


 

















Ζεύς καί χελώνη

Ζεὺς γαμῶν πάντα τὰ ζῷα εἱστία. Μόνης δὲ χελώνης ὑστερησάσης, διαπορῶν τὴν αἰτίαν, τῇ ὑστεραίᾳ ἐπυνθάνετο αὐτῆς διὰ τά μόνη ἐπὶ τὸ δεῖπνον οὐκ ἦλθε. Τῆς δὲ εἰπούσης· Οἶκος φίλος, οἶκος ἄριστος, ἀγανακτήσας κατ᾿ αὐτῆς παρεσκεύασεν αὐτὴν τὸν οἶκον αὐτὸν βαστάζουσαν περιφέρειν. 
Οὕτω πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων αἱροῦνται μᾶλλον λιτῶς οἰκεῖν ἢ παρ᾿ ἄλλοις πολυτελῶς διαιτᾶσθαι.

Όταν ο Δίας το γάμο του σκέφτηκε να τελέσει,
σ’ όλα τα ζώα φαγητό είπε να παραθέσει.
Μόνο η χελώνα έλειψε που ’χε καθυστερήσει
και την αργοπορία της ζητά να του εξηγήσει.
« Γιατί το σπίτι μου αγαπώ », εκείνη του απαντάει.
Τότε είπε ο Δίας το σπίτι της μαζί να κουβαλάει...

Απ’ τα παλάτια προτιμούνε
κάποιοι στα σπίτια τους να ζούνε.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Ο Δίας και το φίδι

















Ζεὺς καὶ ὄφις

Τοῦ Διὸς γάμους ποιοῦντος, πάντα τὰ ζῷα ἤνεγκαν δῶρα, ἕκαστον κατὰ τὴν οἰκείαν δύναμιν. Ὄφις δὲ ἕρπων ῥόδον λαβὼν ἐν τῷ στόματι ἀνέβη. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ζεὺς ἔφη· Τῶν ἄλλων πάντων τὰ δῶρα λαμβάνω, ἀπὸ δὲ τοῦ σοῦ στόματος λαμβάνω οὐδ᾿ ὅλως. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τῶν πονηρῶν αἱ χάριτες φοβεραί εἰσιν.

Όλα τα ζώα έφεραν στου Δία το γάμο δώρο·
ως και το φίδι κράταγε στο στόμα του ένα ρόδο.
« Απ’ όλους δώρα δέχομαι μα όχι κι από σένα,
γιατί με δηλητήριο θα τα ’χεις ποτισμένα ».

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ο λύκος κι ο ερωδιός





















Λύκος καὶ ἐρωδιός

 Λύκος καταπιὼν ὀστοῦν περιῄει τὸν ἰασόμενον αὐτὸν ζητῶν. Περιτυχὼν δὲ ἐρωδιῷ, τοῦτον παρεκάλει ἐπὶ μισθῷ τὸ ὀστοῦν ἐκβαλεῖν. Κἀκεῖνος καθεὶς τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν ει̣ς τὴν φάρυγγα αὐτοῦ τὸ ὀστοῦν ἐξέσπασε καὶ τὸν ὡμολογημένον μισθὸν ἀπῄτει. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ὧ οὗτος, οὐκ ἀγαπᾷς ἐκ λύκου στόματος σώαν τὴν κεφαλὴν ἐξενεγκών, ἀλλὰ καὶ μισθὸν ἀπαιτεῖς;»

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι μεγίστη παρὰ τοῖς πονηροῖς εὐεργεσίας ἀμοιβὴ τὸ μὴ προσαδικεῖσθαι ὑπ᾿ αὐτῶν.


Λύκος κατάπιε κόκκαλο κι ένα γιατρό ζητάει.
Ερωδιό συνάντησε κι αυτόν παρακαλάει
να χώσει μες στο φάρυγγα όλο του το κεφάλι
και του υπόσχεται αμοιβή, το κόκκαλο αν του βγάλει.
Πράγματι έτσι κι έγινε, του έκανε τη χάρη
κι αφού του το ’βγαλε ζητά την αμοιβή να πάρει.
« Μόλις σ’ αντάμειψα, θαρρώ, που βγήκες απ’ το στόμα
του λύκου κι είσαι ζωντανός, ερωδιέ, ακόμα...»

Αν έναν άνθρωπο κακό ποτέ σου ωφελήσεις,
αν δε σε βλάψει, ανταμοιβή αυτό να θεωρήσεις.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το λιοντάρι και ο λαγός
















Λέων καί λαγωός
 
Λέων περιτυχών λαγωῷ κοιμωμένῳ, τοῦτον ἔμελλε καταφαγεῖν· μεταξὺ δὲ θεασάμενος ἔλαφον παριοῦσαν, ἀφεὶς τὸν λαγωόν, ἐκείνην ἐδίωκεν. Ὁ μὲν οὖν παρὰ τὸν ψόφον ἐξαναστὰς ἔφυγεν. Ὁ δὲ λέων ἐπὶ πολὺ διώξας τὴν ἔλαφον, ἐπειδὴ καταλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸν λαγωόν· εὑρων δὲ καὶ αὐτὸν πεφευγότα ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἐγὼ δίκαια πέπονθα, ὅτι ἀφεὶς τὴν ἐν χερσὶ βοράν, ἐλπίδα μείζονα προέκρινα.»
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων μετρίοις κέρδεσι μὴ ἀρκούμενοι, μείζονας δὲ ἐλπίδας διώκοντες λανθάνουσι καὶ τὰ ἐν χερσὶ προϊέμενοι.

Λιοντάρι βρίσκοντας λαγό στο δάσος κοιμισμένο
να του ορμήξει σκόπευε γιατί ’ταν πεινασμένο.
Την ώρα εκείνη δίπλα τους περνά ένα ελάφι
και το λιοντάρι προς αυτό με γρηγοράδα εστράφη.
Από την καταδίωξη ξυπνά ο λαγός και φεύγει
και το ελάφι τρέχοντας τον κίνδυνο διαφεύγει.
« Αχ! », το λιοντάρι σκέφτεται, « μυαλό πρέπει να βάλω,
γιατί άφησα το σίγουρο για κάτι πιο μεγάλο ».

Έτσι και κάποιοι άνθρωποι όμοιο λάθος κάνουν: 
για τα πολλά πηγαίνοντας, τα λίγα που ’χουν χάνουν.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο γάιδαρος που κουβαλούσε ένα άγαλμα







  








Ὄνος βαστάζων  ἄγαλμα 

Ὄνῳ τις ἐπιθεὶς ἄγαλμα ἦγεν εἰς ἄστυ. Τῶν δὲ συναντώντων προσκυνούντων τὸ ἄγαλμα, ὁ ὄνος ὑπολαβὼν ὅτι αὐτὸν προσκυνοῦσιν, ἀναπτερωθεὶς ὠγκᾶτο τε καὶ οὐκέτι περαιτέρω προϊέναι ἐβούλετο. Καὶ ὁ ὀνηλάτης αἰσθόμενος τὸ γεγονὸς τῷ ῥοπάλῳ αὐτὸν παίων ἔφη: « Ὦ κακὴ κεφαλή, ἔτι καὶ τοῦτο λοιπὸν ἦν, ὄνον ὑπ’ ἀνθρώπων προσκυνεῖσθαι.»


Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ τοῖς ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς ἐπαλαζονευόμενοι παρὰ τοῖς εἰδόσιν αὐτοὺς γέλωτα ὀφλισκάνουσι.


Κάποιος πάνω σε γάιδαρο έν’ άγαλμα φορτώνει
και για την πόλη πάει.
Καθένας που τους συναντά το βλέμμα χαμηλώνει·
το άγαλμα προσκυνάει.
Ο γάιδαρος πως προσκυνούν τον ίδιο, δίχως άλλο,
ο αφελής νομίζει.
Σταμάτησε να προχωρά, μ’ εγωισμό μεγάλο
αδιάκοπα γκαρίζει.
Ο άνθρωπος κατάλαβε· με ρόπαλο στη μούρη
πήρε να το χτυπάει:
« Δεν πίστευα πως ήσουνα τόσο χαζό γαϊδούρι! »
και ξαναπροχωράει...

Σε όσους σε γνωρίζουνε άλλον μην προσποιείσαι·
ξέρουν αυτοί ποιος είσαι.