Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Το λυχνάρι














Λύχνος
Μεθύων λύχνος ἐλαίῳ καὶ φέγγων ἐκαυχᾶτο ὡς ὑπὲρ ἥλιον πλέον λάμπει. Ἀνέμου δὲ πνοῆς συρισάσης, εὐθὺς ἐσβέσθη. Ἐκ δευτέρου δὲ ἅπτων τις εἶπεν αὐτῷ· Φαῖνε, λύχνε, καὶ σίγα· τῶν ἀστέρων τὸ φέγγος οὔποτε ἐκλείπει.
Ὅτι οὐ δεῖ τινα ἐν ταῖς δόξαις καὶ τοῖς λαμπροῖς τοῦ βίου τυφοῦσθαι· ὅσα γὰρ ἂν κτήσηταί τις, ξένα τυγχάνει.
 

Λυχνάρι για τη λάμψη του συνέχεια καυχιόταν
και με το φως το δυνατό του ήλιου συγκρινόταν.
Φυσάει αγέρι απαλό και το λυχνάρι σβήνει.
Κι αυτός που το ξανάναψε, μια συμβουλή του δίνει:
« Φέγγε, λυχνάρι, όσο θες· μα κάλλιο να σωπάσεις.
Τη λάμψη εσύ των αστεριών ποτέ σου δε θα φτάσεις ».

Από την περηφάνια του κανείς να μη φουσκώνει
γιατί από τη δόξα του θα μείνει λίγη σκόνη.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Το ελάφι και το αμπέλι














Ἔλαφος καὶ ἄμπελος
 
Ἔλαφος διωκομένη ὑπὸ κυνηγῶν ἐκρύπτετο ὑπό τινα ἄμπελον. Διελθόντων δὲ τῶν κυνηγῶν, στραφεῖσα κατήσθιε τὰ φύλλα τῆς ἀμπέλου. Εἷς δέ τις τῶν κυνηγῶν στραφεὶς καὶ θεασάμενος, ὃ εἶχεν ἀκόντιον βαλών, ἔτρωσεν αὐτήν. Ἡ δὲ μέλλουσα τελευτᾶν στενάξασα πρὸς ἑαυτὴν ἔφη· Δίκαιά γε πάσχω, ὅτι τὴν σώσασάν με ἄμπελον ἠδίκησα.


Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν κατὰ ἀνδρῶν οἵτινες τοὺς εὐεργέτας ἀδικοῦντες ὑπὸ θεοῦ κολάζονται.


Ένα ελάφι κυνηγοί με λύσσα κυνηγούνε.
Μέσα σε κληματόφυλλα κρύφτηκε μην το βρούνε.
Να μασουλάει άρχισε τα φύλλα που το σώσαν
κι ακάλυπτο όπως έμεινε, εύκολα το σκοτώσαν.

Ποτέ τους ευεργέτες σου να μην τους ζημιώνεις.
Για την αχαριστία σου, πληρώνεις· δε γλιτώνεις.