Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Η αλεπού και το λιοντάρι













 Ἀλώπηξ μηδέποτε θεασαμένη λέοντα
 
Ἀλώπηξ μηδέποτε θεασαμένη λέοντα, ἐπειδὴ κατά τινα συντυχίαν ὑπήντησε, τὸ μὲν πρῶτον ἰδοῦσα οὕτως διεταράχθη ὡς μικροῦ καὶ ἀποθανεῖν. Ἐκ δευτέρου δὲ αὐτῷ περιτυχοῦσα ἐφοβήθη μέν, ἀλλ' οὐχ οὕτως ὡς τὸ πρότερον. Ἐκ τρίτου δὲ θεασαμένη οὕτω κατεθάῤῥησεν ὡς καὶ προσελθοῦσα αὐτῷ διελέχθη.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ἡ συνήθεια καὶ τὰ φοβερὰ τῶν πραγμάτων καταπραΰνει.

Ποτέ λιοντάρι μια αλεπού δεν είχε δει μπροστά της.
Πρώτη φορά σαν το ’δε αυτή, έχασε τη μιλιά της.
Τρόμαξε και τη δεύτερη, όμως πολύ πιο λίγο.
Την τρίτη το συνήθισε και το ’κανε και φίλο.

Γιατί συχνά το βλέπουμε πως γίνεται στ’ αλήθεια
να μαλακώνει αργά-αργά το φόβο η συνήθεια.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Ο βοσκός και τα αγριοκάτσικα


















Αἰπόλος καὶ αἶγες ἄγριαι

Αἰπόλος τὰς αἶγας αὑτοῦ ἀπελάσας ἐπὶ νομήν, ὡς ἐθεάσατο ἀγρίαις αὐτὰς ἀναμιγείσας, ἑσπέρας ἐπιλαβούσης, πάσας εἰς τὸ ἑαυτοῦ σπήλαιον εἰσήλασε. Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ χειμῶνος πολλοῦ γενομένου, μὴ δυνάμενος ἐπὶ τὴν συνήθη νομὴν αὐτὰς παραγαγεῖν, ἔνδον ἐτημέλει, ταῖς μὲν ἰδίαις μετρίαν τροφὴν παραβάλλων πρὸς μόνον τὸ μὴ λιμώττειν, ταῖς δὲ ὀθνείαις πλείονα παρασωρεύων πρὸς τὸ καὶ αὐτὰς ἰδιοποιήσασθαι. Παυσαμένου δὲ τοῦ χειμῶνος, ἐπειδὴ πάσας ἐπὶ νομὴν ἐξήγαγεν, αἱ ἄγριαι ἐπιλαβόμεναι τῶν ὀρῶν ἔφευγον. Τοῦ δὲ ποιμένος ἀχαριστίαν αὐτῶν κατηγοροῦντος, εἴγε περιττοτέρας αὐταὶ τημελείας ἐπιτυχοῦσαι καταλείπουσιν αὐτὸν, ἔφασαν ἐπιστραφεῖσαι· "Ἀλλὰ καὶ δι' αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον φυλαττόμεθα· εἰ γὰρ ἡμᾶς τὰς χθές σοι προσεληλυθυίας τῶν πάλαι σὺν σοὶ προετίμησας, δῆλον ὅτι, εἰ καὶ ἕτεραί σοι μετὰ ταῦτα προσπελάσουσιν, ἐκείνας ἡμῶν προκρινεῖς."
Ὁ λόγος δηλοῖ μὴ δεῖν τούτων ἀσμενίζεσθαι τὰς φιλίας οἷ τῶν παλαιῶν φίλων ἡμᾶς τοὺς προσφάτους προτιμῶσι, λογιζομένους ὅτι, κἂν ἡμῶν ἐγχρονιζόντων ἑτέροις φιλιάσωσιν, ἐκείνους προκρινοῦσιν.


Μέσα σε σπήλαιο οδηγεί ένας βοσκός τα γίδια
να φυλαχτεί που ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα.
Άγριες κατσίκες βρίσκει εκεί, πιότερες και μεγάλες
που σαν κι αυτές στη στάνη του ποτέ δεν είχε άλλες.
Τότε παράτησε ο βοσκός τα ζώα τα δικά του
και τάιζε μόνο ο καψερός τ’ αγριοκάτσικά του.
Τα ζώα απ’ το κοπάδι του στην πείνα τους ψοφήσαν·
βγήκαν και τ’ άγρια απ’ τη σπηλιά και στο βουνό σκορπίσαν.

Μια σκέψη στο κεφάλι του τον ενοχλεί σαν μύγα:
πως όποιος πάει για τα πολλά, θα χάσει και τα λίγα.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η κότα που γεννούσε χρυσά αβγά





















Ὄρνις χρυσοτόκος


Ὄρνιν τις εἶχε καλὴν χρυσᾶ ὠὰ τίκτουσαν· νομίσας δὲ ἔνδον αὐτῆς ὄγκον χρυσίου εἶναι καὶ θύσας εὗρεν οὖσαν ὁμοίαν τῶν λοιπῶν ὀρνίθων. Ὁ δὲ ἀθρόον πλοῦτον ἐλπίσας εὑρεῖν καὶ τοῦ μικροῦ κέρδους ἐστερήθη. Ὅτι τοῖς παροῦσιν ἀρκείσθω τις καὶ τὴν ἀπληστίαν φευγέτω.


Από μια κότα αβγά χρυσά παίρνει ο κύριός της.
Βρε, λες χρυσάφι αρκετό να βρίσκεται εντός της;
Αυτήν τη σκέψη κάνοντας, την πιάνει και τη σφάζει –
μα βρίσκει μόνον έντερα· στις άλλες κότες μοιάζει...

Και να τι θέλει να μας πει της κότας η θυσία:
πως κλούβια αβγά μόνο γεννά του ανθρώπου η απληστία.