Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Ο κηπουρός
















Κηπουρός

Ἀνήρ τις κηπουρόν τινα θεασάμενος τῶν λαχάνων ἀρδείαν ποιούμενον ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Πῶς τὰ μὲν ἄγρια φυτά, μήτε φυτευόμενα μήτε ἐργαζόμενα, ὡραῖα πεφύκασι, τὰ δὲ τῆς ὑμῶν φυτηκομίας πολλάκις ξηραίνεται;»
Ὁ δὲ κηπουρος ἀντέφησεν ὡς:
«Τὰ ἄγρια τῶν φυτῶν μόνῃ τῇ θείᾳ προνοίᾳ ἐφορᾶται, τὰ δὲ ἡμέτερα ὑπὸ χειρὸς ἀνθρωπίνης ἐπιμελεῖται».
 Οὗτος δηλοῖ ὡς κρείττων ἡ τῶν μητέρων ἀνατροφὴ πέφυκε τῆς τῶν μητρυιῶν ἐπιμελείας.

Λαχανικά ένας κηπουρός με προσοχή ποτίζει
και τον ρωτά περαστικός που ’δε να τα φροντίζει:
« Γιατί όλα τ’ άγρια φυτά που δεν τα καλλιεργούνε
τα βλέπω να ’ναι πιο όμορφα, χωρίς νερό ν’ ανθούνε;...»
« Γιατί για κείνα ο θεός σοφά έχει προνοήσει,
ενώ όλα τ’ άλλα προσδοκούν χέρι να τα φροντίσει ».

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Η περιστέρα και η κουρούνα




Περιστερὰ καὶ κορώνη

Περιστερὰ ἔν τινι περιστερεῶνι τρεφομένη ἐπὶ πολυτεκνίᾳ ἐφρυάττετο. Κορώνη δὲ αὐτς ἀκούσασα ἔφη· «ἀλλ᾿, ὦ αὕτη, πέπαυσο ἐπὶ τούτῳ ἀλαζονευομένη· ὅσον γὰρ ἅν πλείονα ποιῆς, τοσοῦτον περιττοτέρας λύπας συνάγεις.»
Οὕτω καὶ τῶν οἰκετῶν δυστυχέστατοί εἰσιν, ὅσοι ἐν τῆ δουλείᾳ τέκνα ποιοῦσι πολλά.


Μια περιστέρα εκτρέφονταν σε χτίσμα, λέει ο μύθος,
κι υπερηφανευότανε για των παιδιών το πλήθος.
Κουρούνα που απολάμβανε ελεύθερη τη φύση
τον κομπασμό της άκουσε κι είπε να της μιλήσει:
« Νομίζω, φιλενάδα μου, πως η πολυτεκνία
δε θα ’πρεπε να σου γεννά τόσην αλαζονεία.
Γιατί όσο περισσότερα παιδάκια θα γεννήσεις
με λύπες μεγαλύτερες το βίο σου θα γεμίσεις ».

Δύστυχος όποιος γεννηθεί, λένε, μες στη δουλεία
και με πολλά παιδιά γεννά πιότερη δυστυχία.

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Το περιστέρι που διψούσε




















Περιστερὰ διψῶσα

 Περιστερὰ δίψει συνεχομένη, ὡς ἐθεάσατο ἔν τινι πίνακι κρατῆρα ὕδατος γεγραμμένον, ὑπέλαβεν ἀληθινὸν εἶναι. Διόπερ πολλῷ ῤοίζῳ ἐνεχθεῖσα ἔλαθεν ἑαυτὴν τῷ πίνακι ἐντινάζασα. Συνέβη δὲ αὐτῇ, τῶν πτερῶν περιθραυσθέντων, ἐπὶ τῆς γῆς καταπεσοῦσαν ὑπό τινος τῶν παρατυχόντων συλληφθῆναι.
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ σφοδρὰς ἐπιθυμίας ἀπροσκέπτως τοῖς πράγμασιν ἐπιχειροῦντες λανθάνουσιν ἑαυτοὺς εἰς ὄλεθρον εἰσιέντες.



Περιστέρι κάποτε που πολύ διψούσε
ένα αγγείο με νερό ζωγραφιάς κοιτούσε.
Παίρνοντάς το αληθινό, πάνω του ορμάει·
πέφτοντας στον πίνακα, τα φτερά του σπάει.

Κι όσοι άνθρωποι ενεργούν με απερισκεψία
θα πληρώσουν ακριβά μιαν απροσεξία.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Ο γεωργός, ο γάιδαρος και το βόδι

















 Γηπόνος, ὄνος καὶ βοῦς

Ὄνον τις ἔχων καὶ τῷ βοΐ συζεύξας ἠροτρία, πτωχῶς μὲν ἀλλ’ ἀναγκαίως. Ἐπεί δέ τὸ ἔργον ἐπληρώθη καὶ λύειν ἔμελλεν αὐτούς, ἡ ὄνος διηρώτα τὸν βοῦν: «Τὶς ἄξει τῷ γηπόνῳ τὰ σκεύη;» Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν εἶπε: «Πάντως ὅσπερ εἴωθεν.»


Σ’ ένα χωράφι γεωργός για όργωμα πηγαίνει·
δίπλα στο βόδι, στο ζυγό, ένα γαϊδούρι δένει.
Αν και καθόλου αυτή η δουλειά στο ζώο δεν ταιριάζει,
με κόπους και με βάσανα το έργο εις πέρας βγάζει.
Και το γαϊδούρι σκέφτηκε το βόδι να ρωτήσει
τα σύνεργα του γεωργού ποιος θα τα κουβαλήσει.
Κι εκείνο με απάθεια στο δύστυχο απαντάει:
« Μα φυσικά, όποιος αυτά πάντα τα κουβαλάει ».

Κάνοντας έκτακτη δουλειά κανείς μην περιμένει
ότι γι’ αυτό θ’ απαλλαγεί απ’ τη συνηθισμένη.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Ο βοσκός


















 Βουκόλος

Βουκόλος βόσκων ἀγέλην ταύρων ἀπώλεσε μόσχον. Περιελθὼν δὲ καὶ μὴ εὑρὼν ηὔξατο τῷ Διί, ἐάν τὸν κλέπτην εὕρῃ, ἔριφον αὐτῷ θῦσαι. Ἐλθὼν δὲ εἴς τινα δρυμῶνα καὶ θεασάμενος λέοντα κατεσθίοντα τὸν μόσχον, περίφοβος γενόμενος, ἐπάρας τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· "Ζεῦ δέσποτα, πάλαι μέν σοι ηὐξάμην ἔριφον θῦσαι, ἂν τὸν κλέπτην εὕρω, νῦν δὲ ταῦρόν σοι θύσω, ἐὰν τὰς τοῦ κλέπτου χεῖρας ἐκφύγω."
Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ' ἀνδρῶν δυστυχούντων, οἵτινες ἀπορούμενοι εὔχονται εὑρεῖν, εὑρόντες δὲ ζητοῦσιν ἀποφυγεῖν.


Βοσκός μοσχάρι έχασε, γι’ αυτό έταξε στο Δία,
τον κλέφτη αν του φανέρωνε, κατσίκι για θυσία.
Μα όταν το μοσχαράκι του βρήκε σε λιόντα στόμα,
παρακαλούσε το θεό γονατιστός στο χώμα:
« Θα ’χες κατσίκι αν μου ’λεγες τον κλέφτη, Δία, πού νά ’βρω…
Τώρα αν ξεφύγω απ’ αυτόν, σου υπόσχομαι έναν ταύρο ».

Κάτι αν χάσουμε κι εμείς ψάχνουμε να το βρούμε
κι όταν το βρούμε, να χαθεί θέλουμε μη χαθούμε.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Η χελώνα και ο λαγός













Χελώνη και λαγωός

Χελώνη καὶ λαγωὸς περὶ ὀξύτητος ἤριζον. Καὶ δὴ προθεσμίαν στήσαντες τοῦ τόπου ἀπηλλάγησαν. Ὁ μὲν οὖν λαγωὸς διὰ τὴν φυσικὴν ὠκύτητα ἀμελήσας τοῦ δρόμου πεσὼν παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκοιμᾶτο. ἡ δὲ χελώνη συνειδυῖα ἑαυτῇ βραδύτητα οὐ διέλιπε τρέχουσα καὶ οὕτω κοιμώμενον τὸν λαγωὸν παραδραμοῦσα ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς νίκης ἀφίκετο.
Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις φύσιν ἀμελοῦσαν πόνος ἐνίκησεν.


Ήτανε κάποτε, παιδιά, ένας λαγός και μια χελώνα
που επιθυμούσαν διακαώς μαζί να τρέξουν σε αγώνα.
Τόση ’χε σιγουριά ο λαγός, που πριν το τέρμα αποκοιμήθη
κι αργά η χελώνα τρέχοντας, νικήτρια αυτή ανεκηρύχθη.

Να μην επαναπαύεστε σ’ ό,τι σας δίνει η φύση,
γιατί κάποιος κοπιάζοντας μπορεί να σας νικήσει.