Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Ο λύκος και το λιοντάρι



Λύκος καί λέων 

Λύκος ποτὲ ἄρας πρόβατον ἐκ ποίμνης ἐκόμιζεν εἰς κοίτην. Λέων δὲ αὐτῷ συναντήσας ἀφεῖλε τὸ πρὸβατον. Ὁ δὲ πόῤῥωθεν σταθεὶς εἶπεν· «Ἀδίκως ἀφείλου τὸ ἐμόν. «Ὁ δὲ λέων γελάσας ἔφη· «Σοὶ γὰρ δικαίως ὑπὸ φίλου ἐδόθη;» 
[ Ὅτι ] ἅρπαγας καὶ πλεονέκτας λῃστὰς ἔν τινι πταίσματι κειμένους καὶ ἀλλήλους μεμφομένους ὁ μῦθος ἐλέγχει. 

Λύκος αρπάζει πρόβατο και στη φωλιά το σέρνει
κι ένα λιοντάρι που πεινά, ορμά και του το παίρνει.
« Λιοντάρι μου, είναι άδικο – κλέβεις κάτι δικό μου! »
« Σάμπως κι εσύ το απέκτησες με χρήση κάποιου νόμου;...»

Δεν πρέπει κι ένας άνθρωπος που ’κανε μια αδικία 
γι’ άλλον που έπραξε όμοια, να πει κατηγορία.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο πατέρας και οι κόρες




Πατήρ καί θυγατέρες 

Ἔχων τις δύο θυγατέρας, τὴν μὲν κηπουρῷ ἐξέδωκε πρὸς γάμον, τὴν δὲ ἑτέραν κεραμεῖ. Χρόνου δὲ προελθόντος, ἧκεν ὡς τὴν τοῦ κηπουροῦ καὶ ταύτην ἠρώτα πῶς ἔχοι καὶ ἐν τίνι αὐτοῖς εἴη τὰ πράγματα. Τῆς δὲ εἰπούσης πάντα μὲν αὐτοῖς παρεῖναι, ἐν δὲ τοῦτο εὔχεσθαι τοῖς θεοῖς ὅπως χειμὼν γένηται καὶ ὄμβρος, ἵνα τὰ λάχανα ἀρδευθῇ, μετ’ οὐ πολὺ παρεγένετο πρὸς τὴν τοῦ κεραμέως καὶ αὐτῆς ἐπυνθάνετο πῶς ἔχοι. Τῆς δὲ τὰ μὲν ἄλλα μὴ ἐνδεῖσθαι εἰπούσης, τοῦτο δὲ μόνον εὔχεσθαι, ὅπως αἰθρία τε λαμπρὰ ἐπιμείνῃ καὶ λαμπρὸς ἥλιος, ἵνα ξηρανθῇ ὁ κέραμος, εἶπε πρὸς αὐτήν· «Ἐὰν σὺ μὲν εὐδίαν ἐπιζητῇς, ἡ δὲ ἀδελφή σου χειμῶνα, ποτέρᾳ ὑμῶν συνεύξομαι;» 

Πάντρεψε κάποιος κόρες δυο που ’χανε πλούσια κάλλη·
κεραμοπλάστη πήρε η μια και κηπουρό η άλλη.
Η πρώτη ευδία εύχεται, οι πλίνθοι να στεγνώσουν
κι η δεύτερη πολλές βροχές, φυτά να μεγαλώσουν. 
Ο δύστυχος πατέρας τους δεν ξέρει τι να κάνει: 
ευχή για ήλιο ή για βροχή, χωρίς μια να πικράνει...
Είν’ άσκοπο να επιθυμείς δυο αντίθετα συγχρόνως·
δε θα πετύχεις τίποτε και θα σου μείνει ο πόνος.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το έλατο και ο βάτος




Ἐλάτη καὶ βάτος 

Ἤριζον πρὸς ἀλλήλας ἐλάτη καὶ βάτος. Ἡ δὲ ἐλάτη ἑαυτὴν ἐπαινοῦσα ἔφη ὅτι "καλή εἰμι καὶ εὐμήκης καὶ ὑψηλὴ καὶ χρησιμεύω εἰς ναῶν στέγη καὶ εἰς πλοῖα· καὶ πῶς ἐμοὶ συγκρίνῃ;"Ἡ δὲ βάτος εἶπεν· "Εἰ μνησθῇς τῶν πελέκεων καὶ τῶν πριόνων τῶν σε κοπτόντων, βάτος γενέσθαι καὶ σὺ μᾶλλον θελήσεις. 
Ὅτι οὐ δεῖ ἐν βίῳ ὄντας ἐπαίρεσθαι ἐν τῇ δόξῃ· τῶν γὰρ εὐτελῶν ἀκίνδυνός ἐστιν ὁ βίος.


Στο βάτο κάποτε έλατο με χλεύη είχε μιλήσει: 
« Εσύ κανέναν και ποτέ δεν έχεις ωφελήσει,
ενώ εμένα θα με δεις σε στέγες ν’ ανεβαίνω
και στων ανθρώπων εύκολα τα σπιτικά να μπαίνω ».
« Των πριονιών, των τσεκουριών τα τραύματα αν σκεφτόσουν,
βάτος και όχι έλατο να ήσουν θα ευχόσουν ».

Κάλλιο να μείνεις πάμφτωχος κι άφοβα να κοιμάσαι 
παρά να γίνεις πλούσιος και όλο μ’ έγνοιες να ’σαι. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δίας, ο Προμηθέας, η Αθηνά, ο Μώμος


Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ καὶ Μῶμος 

Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ κατασκευάσαντες, ὁ μὲν ταῦρον, Προμηθεὺς δὲ ἄνθρωπον, ἡ δὲ οἶκον, Μῶμον κριτὴν εἵλοντο. Ὁ δὲ φθονήσας τοῖς δημιουργήμασιν ἀρξάμενος ἔλεγε τὸν μὲν Δία ἡμαρτηκέναι, τοῦ ταῦρου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τοῖς κέρασιν μὴ θέντα, ἵνα βλέπῃ ποῦ τύπτει· τὸν δὲ Προμηθέα, διότι τοῦ ἀνθρώπου τὰς φρένας οὐκ ἔξωθεν ἀπεκρέμασεν, ἵνα μὴ λανθάνωσιν οἱ πονηροί, φανερὸν δὲ ᾖ τί ἕκαστος κατὰ νοῦν ἔχει, τρίτον δὲ ἔλεγεν ὡς ἔδει τὴν Ἀθηνᾶν τὸν οἶκον τροχοῖς ἐπιθεῖναι, ἵνα, ἐὰν πονηρός τις παροικισθῇ γείτων, ῥᾳδίως μεταβαίνῃ. Καὶ ὁ Ζεὺς ἀγανακτήσας κατ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βασκανίᾳ τοῦ Ὀλύμπου αὐτὸν ἐξέβαλεν. 
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οὐδὲν οὕτως ἐστὶν ἐνάρετον ὅ μὴ πάντως περὶ τι ψόγον ἐπιδέχεται. 


Ο Δίας με την Αθηνά και με τον Προμηθέα
συναγωνίζονταν σκληρά σ’ έργα πολύ ωραία. 
Το Μώμο βάλανε κριτή για τις κατασκευές τους.
Καθόλου δεν αργήσανε να δείξουν τις δουλειές τους. 
Ο Δίας ταύρο έπλασε, άνθρωπο ο Προμηθέας, 
σπίτι η Αθηνά· ποιος θα ’παιρνε το έπαθλο της ιδέας;…
Κι ο Μώμος που τα έργα τους είχε πολύ φθονήσει
βρήκε κι από ένα ελάττωμα στην καθεμιά του κρίση:
« Στα κέρατα τους οφθαλμούς να ’χει ο ταύρος πρέπει
κι έτσι όταν θέλει να χτυπά, το στόχο του να βλέπει.
Ο άνθρωπος έξω απ’ το νου τις σκέψεις να κρεμάει,
να ξέρουμε τι σκέφτεται, να μη μας ξεγελάει.
Το σπίτι θα ’τανε καλό γοργούς τροχούς να έχει
αν τύχει γείτονας κακός, μακριά πολύ να τρέχει ».
Κι ο Δίας εξοργίστηκε τόσο μ’ αυτήν την κρίση,
που αμέσως αποφάσισε το Μώμο να εξορίσει.

Τίποτε δεν είν’ άψογο, μας λέει η ιστορία,
που να μην επιδέχεται καμιά κατηγορία.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Ο άνθρωπος που βρήκε ένα χρυσό λιοντάρι





Ἄνθρωπος λέοντα χρυσοῦν εὑρών

Δειλὸς φιλάργυρος λέοντα χρυσοῦν εὑρὼν ἔλεγεν· "Οὐκ οἶδα τίς γενήσομαι ἐν τοῖς παροῦσιν· ἐγὼ ἐκβέβλημαι τῶν φρενῶν καὶ τί πράττειν οὐκ ἔχω· μερίζει με φιλοχρηματία καὶ τῆς φύσεως ἡ δειλία. Ποία γὰρ τύχη ἢ ποῖος δαίμων εἰργάσατο χρυσοῦν λέοντα; Ἡ μὲν γὰρ ἐμὴ ψυχὴ πρὸς τὰ παρόντα ἑαυτῇ πολεμεῖ· ἀγαπᾷ μὲν τὸν χρυσόν, δέδοικε δὲ τοῦ χρυσοῦ τὴν ἐργασίαν· ἅπτεσθαι μὲν ἐλαύνει ὁ πόθος, ἀπέχεσθαι δὲ ὁ τρόπος. Ὢ τύχης διδούσης καὶ μὴ λαμβάνεσθαι συγχωρούσης· ὢ θησαυρὸς ἡδονὴν οὐκ ἔχων· ὢ χάρις δαίμονος ἄχαρις γενομένη. Τί οὖν; ποίῳ τρόπῳ χρήσωμαι; ἐπὶ ποίαν ἔλθω μηχανήν; ἄπειμι τοὺς οἰκέτας δεῦρο κομίσων λαβεῖν ὀφείλοντας τῇ πολυπληθεῖ συμμαχίᾳ, κἀγὼ πόῤῥω ἔσομαι θεατής." 
 Ὁ λόγος ἁρμόζει πρός τινα πλούσιον μὴ τολμῶντα προσψαῦσαι καὶ χρήσασθαι τῷ πλούτῳ. 

Δειλός τσιγκούνης κάποτε βρήκε χρυσό λιοντάρι.
Μ’ αυτά τα δυο γνωρίσματα, ποια απόφαση να πάρει;… 
Να το αγκαλιάσει θα ’θελε από φιλαργυρία
μα τον σταμάταγε σ’ αυτό η τόση του δειλία.

Την τύχη για τα πλούτη του να υμνήσει που του δίνει
ή να τη βρίσει αφού χαρά να νιώσει δεν αφήνει;
Θεού κατάρα να ’ναι αυτή ή να ’ναι θεού χάρη
που λαχταράει το χρυσό μα τρέμει το λιοντάρι;…

Αν δεν μπορείς να τα χαρείς τα πλούτη σου είναι ανούσια. 
Η μόνη ουσία στη ζωή, ψυχή να έχεις πλούσια.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Ο οδοιπόρος και η οχιά
















Ἀνὴρ ἔχιν ἀνελόμενος

Ὥρᾳ χειμῶνος ἔχις τις πλησίον ὁδοῦ κατέκειτο καὶ τῇ τοῦ ψύχους σφοδρότητι ἐκινδύνευε διαφθαρῆναι. ἀνὴρ δέ τις παρερχόμενος καὶ ταύτην ἰδὼν κατώκτειρε, καὶ ἄρας τῆς γῆς τῷ ἰδίῳ κόλπῳ ἐναπέθετο. ἡ δὲ ἔχις διαθερμανθεῖσα εὐθὺς καιρίῳ δήγματι τὸν ἄνδρα ἀπέκτεινεν. 
Οὗτος δηλοῖ ὡς ὁ φύσει κακός, κἂν ἀγαθόν τι παρὰ τινοσοῦν ἐπισπάσαιτο, τῷ εὐεργέτῃ μᾶλλον κακὰ ἀποδίδωσιν.

Διαβάτης είδε μιαν οχιά στο δρόμο παγωμένη
και σκέφτηκε πως του ερπετού λίγη ζωή του μένει.
Να τη ζεστάνει θέλοντας στον κόρφο του τη χώνει
μα εκείνη μες στη ζεστασιά ξυπνά και τον δαγκώνει.

Μην περιμένεις ο κακός τη φύση του ν’ αλλάξει. 
Ακόμη κι αν τον γλύκανες, φαρμάκι θα σου στάξει.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Το φίδι που το πατούσαν












Ὄφις πατούμενος καί Ζεὺς 

Ὄφις ὑπὸ πολλῶν πατούμενος ἀνθρώπων τῷ Διὶ ἐνετύγχανε περὶ τούτου. Ὁ δὲ Ζεὺς πρὸς αὐτὸν εἶπεν· Ἀλλ᾿ εἰ τὸν πρότερόν σε πατήσαντα ἔπληξας, οὐκ ἂν ὁ δεύτερος ἐπεχείρησε τοῦτο ποιῆσαι. Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ τοῖς πρώτοις ἐπιβαίνουσιν ἀνθιστάμενοι τοῖς ἄλλοις φοβεροὶ γίνονται.

Φίδι που πάταγαν πολλοί, σ’ ένα βωμό σερνόταν
κι ο Δίας το συμβούλευσε, που του παραπονιόταν:
« Αν δάγκωνες απ’ την αρχή αυτόν που σε πατούσε,
να σε πατήσει άλλος κανείς μετά δε θα τολμούσε ».

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Ο ψεύτης βοσκός



Ποιμήν παίζων

Καὶ που παιδίον ποίμνια νέμον ἐφ᾿ ὑψηλοῦ τόπου ἱστάμενον πολλάκις ἀνέκραγε· Βοηθεῖτέ μοι, λύκοι. Οἱ δὲ ἀγρότεροι τρέχοντες ἐν τῇ ποίμνῃ τοῦτον ηὕρισκον μηδαμῶς ἀληθεύοντα. Τοῦτο δὲ πολλάκις τοῦ παιδὸς πραξαμένου, οἱ τοιοῦτοι συνήρχοντο καὶ ἀεὶ ψεῦδος εὑρίσκοντες ἀπήρχοντο. Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ λύκου προσελθόντος, ὁ παῖς ἐβόα· Ὁ λύκος, δεῦτε. Ἐπεὶ δὲ οὐδεὶς ἐπίστευεν οὐδ᾿ ἀπήρχετο βοηθῆσαι, ὁ λύκος ἀδείας λαβόμενος, εὐκόλως τὴν ποίμνην πᾶσαν διέφθειρεν. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοσοῦτον οὐκ ὠφελεῖ τινα τὸ μὴ λαλεῖν τὰ ἀληθῆ ὅσον δεῖ φοβεῖσθαι μήπως ἐκ τούτου οὐδὲ τὰ ἀληθῆ λέγων εἰσακούσθῃ. 

 Συνήθειο είχε ένας βοσκός κόσμο να ξεγελάει
φωνάζοντας πως έρχεται λύκος τ’ αρνιά να φάει.
Τρομάζαν τότε οι χωρικοί και τρέχαν για βοήθεια
και μ' ανακούφιση άκουγαν πως δεν ήταν αλήθεια.
Κι όταν ο λύκος πράγματι να κυνηγήσει βγήκε
όσο κι αν φώναζε ο βοσκός, βοηθό του ούτ’ έναν βρήκε.
Γιατί νομίσαν όλοι τους πως πάλι ψέμα λέει.
Κι αν το κοπάδι του έχασε, που ήταν ψεύτης φταίει.

 Πώς να πιστέψεις άνθρωπο που σε παραμυθιάζει;… 
 Γιατί κι αλήθεια όταν πει, πάλι με ψέμα μοιάζει.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Το παιδί που πνιγόταν


Παῖς λουόμενος 

Παῖς λουόμενος ἐν ποταμῷ ἐκινδύνευε πνιγῆναι. Καὶ ἰδών τινα παροδίτην ἐπεφώνει· Βοήθησόν τι. Ὁ δὲ ἐμέμφετο τῷ παιδὶ τολμηρίαν. Τὸ δὲ παιδίον εἶπεν· Ἀλλὰ νῦν μοι βοήθησον· ὕστερον δὲ σωθέντα μέμφου. 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι μὴ μέμφου, πλὴν ἐλέει· καὶ γὰρ παράληκτον ποιεῖς τὸν λυπούμενον. 

Κάποτε σ’ έναν ποταμό μικρό παιδί πνιγόταν 
κι ένας που πέρναγε από κει την τόλμη του μεμφόταν: 
« Τι το ’θελες παιδάκι μου εδώ να κολυμπήσεις; » 
« Σώσε με πρώτα κι ύστερα να με κατηγορήσεις! » 

Αυτός που σφάλμα έκανε δε θέλει τη μομφή σου… 
Αν θέλεις, κατηγόρησε· μα πρώτα ευσπλαχνίσου.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Ο δειλός κυνηγός και ο ξυλοκόπος


Δειλός κυνηγός καί δρυτόμος

Λέοντός τις κυνηγὸς ἴχνη ἐπεζήτει• δρυτόμον δὲ ἐρωτήσας εἰ εἶδεν ἴχνη λέοντος καὶ ποῦ κοιτάζει, ἐφη• "Καὶ αὐτὸν τὸν λέοντά σοι ἤδη δείξω". Ὁ δὲ ὠχριάσας ἐκ τοῦ φόβου καὶ τοὺς ὀδόντας συγκρούων εἶπεν• " Ἴχνη μόνα ζητῶ, οὐχὶ αὐτὸν τὸν λέοντα". 

Ὅτι τοὺς θρασεῖς καὶ δειλοὺς ὁ μῦθος ἐλέγχει, τοὺς τολμηροὺς ἐν τοῖς λόγοις καὶ οὐκ ἐν τοῖς ἔργοις.

Λιοντάρι ψάχνει κυνηγός· ζητά από ξυλοκόπο 
αν κάπου είδε τα χνάρια του, να του ’δειχνε τον τόπο.
 Κι ο ξυλοκόπος πρόθυμα το ίδιο το ζώο του δείχνει.
 « Μα το λιοντάρι δε ζητώ· να δω μόνον τα ίχνη », 
είπε χλομός ο κυνηγός που ’χε κατατρομάξει.
 Συχνά στα λόγια ο τολμηρός, είναι δειλός στην πράξη.