Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η λιονταρίνα και η αλεπού




















Λέαινα καί ἀλώπηξ

Λέαινα ὀνειδιζομένη ὑπὸ ἀλώπεκος ἐπὶ τῷ διὰ παντὸς ἕνα τίκτειν· «Ἕνα, ἔφη, ἀλλὰ λέοντα.» 
Ὅτι τὸ καλὸν οὐκ ἐν πλήθει δεῖ μετρεῖν, ἀλλὰ πρὸς ἀρετὴν ἀφορᾶν.


Μια λιονταρίνα η αλεπού ψιλό γαζί είχε πάρει
που ένα παιδί το έτος γεννά· « Ένα, αλλά λιοντάρι! »,
με περηφάνια είπε αυτή· γιατί έξω απ’ το πλήθος
θα βρεις να υπάρχει το καλό· στην αρετή, στο ήθος.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Οι οδοιπόροι και η αρκούδα




















Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος

 Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης, ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο, ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι, πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. Τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινομένης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. Ὑποχωρησάσης δέ, ὁ ἀπὸ τοῦ δένδρου καταβὰς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. Ὁ δὲ εἶπε· Τοῦ λοιποῦ τοιούτοις μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

Δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο
αρκούδα συναντήσανε· τα χάσαν απ’ τον τρόμο.
Ο ένας σε δέντρο πρόλαβε ψηλά να σκαρφαλώσει
κι ο άλλος, για να ’ναι σαν νεκρός, είχε στη γη ξαπλώσει.
Σ’ αυτόν η αρκούδα πάει κοντά και μόνο τον μυρίζει
μα δεν τον πείραξε γιατί νεκρούς, λεν, δεν αγγίζει.
Αφού το ζώο έφυγε, χαρήκαν που σωθήκαν,
κι όταν στο δρόμο το κοινό μαζί ξαναβρεθήκαν,
ο πρώτος λέει στο δεύτερο: « Τι ’πε το ζώο στ’ αφτί σου; »
« Στον κίνδυνο πως φαίνονται ποιοι φίλοι ’ναι πιστοί σου ».

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Οι οδοιπόροι και το κοράκι

 











Ὁδοιπόροι καὶ κόραξ

Πορευομένοις τισὶν ἐπὶ πρᾶξίν τινα κόραξ ὑπήντησε τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν πεπηρωμένος. Ἐπιστραφέντων δὲ αὐτῶν καί τινος ὑποστρέψαι παραινοῦντος, τοτο γὰρ σημαίνειν τὸν οἰωνόν, ἕτερος ὑποτυχὼν εἶπε· «Καὶ πῶς οὗτος ἡμῖν δύναται τὰ μέλλοντα μαντεύεσθαι, ὃς οὐδὲ τὴν ἰδίαν πήρωσιν προεῖδεν, ἵνα φυλάξηται;» 
Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ἐν τοῖς ἰδίοις ἄβουλοι καὶ εἰς τὰς τῶν πέλας συμβουλίας ἀδόκιμοί εἰσιν.

Φίλοι που δρόμο τράβηξαν, νύχτα να πράξουν κάτι,
κοράκι συναντήσανε που του ’χε βγει το μάτι.
Κάποιος τους είπε πως αυτό είναι κακό σημάδι
και άρα είναι καλύτερα να πάνε άλλο βράδυ.
Όμως εν τέλει ο οιωνός αυτούς δε θα φοβίσει,
γιατί ένας λόγος αρκετός ήταν για να τους πείσει:
« Μα είν’ ικανός ο κόρακας εμάς να συμβουλέψει
που τη ζημιά στο μάτι του δεν είχε καν προβλέψει;…»

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Οι δύο εχθροί


Ἐχθροὶ δύο
 
Δύο τινὲς ἀλλήλοις ἐχθραίνοντες ἐπὶ τῆς αὐτῆς νεὼς ἔπλεον, ὧν ἅτερος μὲν ἐπὶ τῆς πρύμνης,ἅτερος δὲ ἐπὶ τῆς πρώρας ἐκάθητο. Χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου καὶ τῆς νεὼς μελλούσης ἤδη καταποντίζεσθαι, ὁ ἐπὶ τῆς πρύμνης τὸν κυβερνήτην ἤρετο πότερον τῶν μερῶν τοῦ πλοίου πρότερον μέλλει καταβαπτίζεσθαι. Τοῦ δὲ τὴν πρώραν εἰπόντος· "Ἀλλ᾿ ἔμοιγε οὐκ ἔστι λυπηρόν, εἶπεν, ὁ θάνατος, εἴγε ὁρᾶν μέλλω πρὸ ἐμοῦ τὸν ἐχθρὸν ἀποθνῄσκοντα". 
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν τῆς ἑαυτῶν βλάβης φροντίζουσιν, ἐὰν τοὺς ἐχθροὺς μόνον ἴδωσι πρὸ αὐτῶν κακουμένους



Στο ίδιο πλοίο δυο εχθροί έτυχε ν’ ανεβούνε·
στην πρύμνη ο μεν, στην πλώρη ο δε, στέκουν, να μη βρεθούνε.
Μα ξάφνου μεσοπέλαγα κακοκαιρία ξεσπάει
που μια βουλιάζει το σκαρί, μια πάνω το πετάει.
Κι αυτός στην πρύμνη που ήτανε πληροφορία παίρνει
πως αν το πλοίο βυθιστεί, η πλώρη πρώτα γέρνει.
Διόλου δεν τον λύπησε ο πιθανός χαμός του
αφού θα δει, πριν, τη ζωή να χάνει ο εχθρός του.

Κάποιοι να πάθουνε κακό δείχνουν να προτιμούνε,
αν τους εχθρούς τους έτσι δουν κι αυτοί να δυστυχούνε.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Το κουνούπι και ο ταύρος













 Κώνωψ καὶ ταῦρος


Κώνωψ ἐπιστὰς κέρατι ταύρου καὶ πολὺν χρόνον ἐπικαθίσας, ἐπειδὴ ἀπαλλάττεσθαι ἔμελλεν, ἐπυνθάνετο τοῦ ταύρου εἰ ἤδη βούλεται αὐτὸν ἀπελθεῖν. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ἀλλ᾿ οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων, οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς, γνώσομαι.»
Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα ἀδύνατον, ὃς οὔτε παρὼν οὔτε ἀπὼν ἐπιβλαβὴς ἢ ὠφέλιμός ἐστι.


Σε ταύρου κέρατο έκατσε κάποτε ένα κουνούπι.
Εκεί καλά θρονιάστηκε, δεν το κουνούσε ρούπι.
Κι όταν τον ταύρο ρώτησε να φύγει ή να μείνει,
ετούτη την απάντηση μ’ αδιαφορία του δίνει:
« Ούτε σαν ήρθες σ’ ένιωσα ούτε κι άμα πετάξεις.
Καλό σε μένα δεν μπορείς ούτε κακό να πράξεις ».