Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Το λυχνάρι














Λύχνος
Μεθύων λύχνος ἐλαίῳ καὶ φέγγων ἐκαυχᾶτο ὡς ὑπὲρ ἥλιον πλέον λάμπει. Ἀνέμου δὲ πνοῆς συρισάσης, εὐθὺς ἐσβέσθη. Ἐκ δευτέρου δὲ ἅπτων τις εἶπεν αὐτῷ· Φαῖνε, λύχνε, καὶ σίγα· τῶν ἀστέρων τὸ φέγγος οὔποτε ἐκλείπει.
Ὅτι οὐ δεῖ τινα ἐν ταῖς δόξαις καὶ τοῖς λαμπροῖς τοῦ βίου τυφοῦσθαι· ὅσα γὰρ ἂν κτήσηταί τις, ξένα τυγχάνει.
 

Λυχνάρι για τη λάμψη του συνέχεια καυχιόταν
και με το φως το δυνατό του ήλιου συγκρινόταν.
Φυσάει αγέρι απαλό και το λυχνάρι σβήνει.
Κι αυτός που το ξανάναψε, μια συμβουλή του δίνει:
« Φέγγε, λυχνάρι, όσο θες· μα κάλλιο να σωπάσεις.
Τη λάμψη εσύ των αστεριών ποτέ σου δε θα φτάσεις ».

Από την περηφάνια του κανείς να μη φουσκώνει
γιατί από τη δόξα του θα μείνει λίγη σκόνη.