Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Ο λύκος κι ο ερωδιός





















Λύκος καὶ ἐρωδιός

 Λύκος καταπιὼν ὀστοῦν περιῄει τὸν ἰασόμενον αὐτὸν ζητῶν. Περιτυχὼν δὲ ἐρωδιῷ, τοῦτον παρεκάλει ἐπὶ μισθῷ τὸ ὀστοῦν ἐκβαλεῖν. Κἀκεῖνος καθεὶς τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν ει̣ς τὴν φάρυγγα αὐτοῦ τὸ ὀστοῦν ἐξέσπασε καὶ τὸν ὡμολογημένον μισθὸν ἀπῄτει. Ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «Ὧ οὗτος, οὐκ ἀγαπᾷς ἐκ λύκου στόματος σώαν τὴν κεφαλὴν ἐξενεγκών, ἀλλὰ καὶ μισθὸν ἀπαιτεῖς;»

Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι μεγίστη παρὰ τοῖς πονηροῖς εὐεργεσίας ἀμοιβὴ τὸ μὴ προσαδικεῖσθαι ὑπ᾿ αὐτῶν.


Λύκος κατάπιε κόκκαλο κι ένα γιατρό ζητάει.
Ερωδιό συνάντησε κι αυτόν παρακαλάει
να χώσει μες στο φάρυγγα όλο του το κεφάλι
και του υπόσχεται αμοιβή, το κόκκαλο αν του βγάλει.
Πράγματι έτσι κι έγινε, του έκανε τη χάρη
κι αφού του το ’βγαλε ζητά την αμοιβή να πάρει.
« Μόλις σ’ αντάμειψα, θαρρώ, που βγήκες απ’ το στόμα
του λύκου κι είσαι ζωντανός, ερωδιέ, ακόμα...»

Αν έναν άνθρωπο κακό ποτέ σου ωφελήσεις,
αν δε σε βλάψει, ανταμοιβή αυτό να θεωρήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου