Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ο τζίτζικας και τα μυρμήγκια




















Τέττιξ καὶ Μύρμηκες 

Χειμῶνος ὥραι, τῶν σίτων βραχέντων, οἱ μύρμηκες ἔψυχον, τέττιξ δὲ λιμώττων ἤιτει αὐτοὺς τροφήν. Οἱ δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῶι· «διὰ τί τὸ θέρος οὐ συνῆγες τροφήν;» Ὁ δὲ εἶπεν· «οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ἦιδον μουσικῶς.» Οἱ δὲ γελάσαντες εἶπον· «ἀλλ᾿ εἰ θέρους ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦ.» 
 Ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ τινα ἀμελεῖν ἐν παντὶ πράγματι, ἵνα μὴ λυπηθῆι καὶ κινδυνεύσηι.

Χειμώνας· κι ένας τζίτζικας δεν έχει τι να φάει
κι απ’ τα μυρμήγκια που έχουνε, λίγο φαΐ ζητάει.
« Γιατί δε μάζευες τροφή όλο το καλοκαίρι; »
« Τραγούδαγα, δεν έβρισκα χρόνο για χασομέρι ».
« Αφού το θέρος έπαιζες αυλό να μας μαγεύεις,
από την πείνα ολόκληρο χειμώνα θα χορεύεις! »

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου