Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Το κοράκι και η αλεπού


















 

Κόραξ καὶ ἀλώπηξ 

Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν ἔχειν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· «Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.»
Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.


Κομμάτι κρέας κρέμονταν σε κορακιού το στόμα
που μια αλεπού το ζήλεψε κοιτώντας το απ’ το χώμα.
Τον κόρακα κολάκεψε για τη μεγαλοσύνη·
και βασιλέας των πουλιών μπορούσε, είπε, να γίνει
αρκεί να είχε και φωνή καλή να τραγουδήσει.
Κι ο κόρακας την αλεπού δοκίμασε να πείσει.
Κι όπως αφήνει ο καψερός το κρέας του, να κράξει,
τα καταφέρνει η πονηρή τη λιχουδιά ν’ αρπάξει.
Και πριν να φάει τη λεία της, του είπε την αλήθεια
που από βόλι πιότερο του πλήγωσε τα στήθια:
« Όλα θα τα ’χες κόρακα, τίποτε να ζηλεύεις,
αν αποκτούσες και μυαλό· γι’ αυτό δε βασιλεύεις ».

*Το έργο είναι του  Arthur Rackham (1912)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου