Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η οχιά

Ἔχις καὶ ἀλώπηξ

Ἔχις ἐπὶ  δέσμῃ ἀκανθῶν εἲς τινα ποταμὸν ἐφέρετο·   ἀλώπηξ δὲ παριοῦσα, ὡς ἐθεάσατο αὐτόν, εἶπεν· "Ἄξιος τῆς νεώς ὁ ναύκληρος."
Πρὸς ἄνδρα πονηρὸν μοχθηροῖς πράγμασιν ἐπιχειρήσαντα.

Πάνω σ’ αγκάθια μια οχιά ποτάμι διασχίζει.
Σε τέτοιο ναύτη πλεούμενο όπως αυτό του αξίζει.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Ο ψαράς που έπαιζε μουσική




















Ἁλιεὺς αὐλῶν 

Ἁλιεὺς αὐλητικῆς ἔμπειρος, ἀναλαβὼν αὐλοὺς καὶ τὰ δίκτυα, παρεγένετο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ στὰς ἐπί τινος προβλῆτος πέτρας, τὸ μὲν πρῶτον ᾖδε, νομίζων αὐτομάτους πρὸς τὴν ἡδυφωνίαν τοὺς ἰχθύας ἐξαλεῖσθαι πρὸς αὐτὸν. Ὡς δὲ, αὐτοῦ ἐπὶ πολὺ διατεινομένου, οὐδὲν πέρας ἠνύετο,ἀποθέμενος τοὺς αὐλοὺς ἀνείλετο τὸ ἀμφίβληστρον καὶ βαλὼν κατὰ τοῦ ὕδατος πολλοὺς ἰχθύας ἤγρευσεν. Ἐκβαλὼν δὲ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ δικτύ ου ἐπὶ τὴν ἠιόνα, ὡς ἐθεάσατο σπαίροντας, ἔφη· "Ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς, ὅτε μὲν ηὔλουν, οὐκ ὠρχεῖσθε, νῦν δὲ, ὅτε πέπαυμαι, τοῦτο πράττετε." 

Πρὸς τοὺς παρὰ καιρόν τι πράττοντας ὁ λόγος εὔκαιρος. 

Ένας ψαράς παίζει αυλό, ψάρια να μαγευτούνε 
και στη στεριά μονάχα τους έτσι να πεταχτούνε. 
Όμως με το τραγούδι του, όσο κι αν επιμένει, 
έξω από τη θάλασσα ούτε ένα λέπι βγαίνει. 
Ρίχνει λοιπόν τα δίχτυα του και τότε ψάρια βγάζει. 
Κοιτώντας τα να σπαρταρούν, αμέσως τους φωνάζει: 
« Όσο έπαιζα με τον αυλό, πόσο περίεργα είστε, 
καθόλου δε χορέψατε· μπρος τώρα, σπαρταρήστε! » 

Κι οι άνθρωποι κάποιες φορές παράξενα ενεργούνε. 
Κλαίνε απ’ τα γέλια – κι όταν κλαιν, είναι σα να γελούνε.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Η αγριόγατα και ο κόκορας

















 Αἴλουρος καὶ ἀλεκτρυών

 Αἴλουρος, συλλαβὼν ἀλεκτρυόνα, μετ' εὐλόγου τοῦτον αἰτίας ἠβουλήθη καταφαγεῖν. Καὶ δὴ κατηγόρει αὐτοῦ ὡς ὀχληρὸς εἴη τοῖς ἀνθρώποις νύκτωρ κεκραγὼς καὶ μὴ συγχωρῶν ὕπνου τυγχάνειν. Τοῦ δ' ἀπολογουμένου ἐπὶ τῇ ἐκείνων ὠφελείᾳ τοῦτο ποιεῖν, ὡς ἐπὶ τὰ συνήθη τῶν ἔργων ἐγείρεσθαι, πάλιν ὁ αἴλουρος αἰτίαν ἐπέφερεν ὡς ἀσεβὴς εἴη περὶ τὴν φύσιν, μητρὶ καὶ ἀδελφαῖς συμμιγνύμενος. Τοῦ δὲ καὶ τοῦτο πρὸς ὠφέλειαν τῶν δεσποτῶν πράττειν φήσαντος, πολλῶν αὐτοῖς ἐντεῦθεν ὠῶν τικτομένων, ὁ αἴλουρος εἰπών: " Ἀλλ' εἰ σύ γε πολλῶν εὐπορεῖςεὐπροσώπων ἀπολογιῶν, ἔγωγε μέντοι ἄτροφος οὐ μενῶ," τοῦτονκατεθοινήσατο.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ἡ πονηρὰ φύσις πλημμελεῖν αἱρουμένη, εἰ μὴ μετ' εὐλόγου δυνηθείη προσχήματος, ἀπαρακαλύπτως γε μὴν πονηρεύεται.


Αίλουρος έναν κόκορα συνέχεια κυνηγάει.
Κάποια στιγμή τον έπιασε και θέλει να τον φάει.
« Τι σου ’κανα αγριόγατα και θες να με σκοτώσεις; »
« Χαράματα όλους μας ξυπνάς, καιρός να το βουλώσεις ».
« Μα έτσι οι δουλειές στην ώρα τους όλες θα ξεκινήσουν ».
« Ούτε οι αδερφές σου δεν τολμούν πλάτη να σου γυρίσουν...»
« Το κάνω για τον κύρη μου, αβγά πολλά να έχει ».
Τη γάτα η πείνα τρέλανε και άλλο δεν αντέχει:
« Εάν τα πάντα εσύ μπορείς να δικαιολογήσεις,
εμένα θεονήστικη γι’ αυτό δε θα μ’ αφήσεις ».

Ένας κακός αν το ’βαλε στόχο να σε πειράξει,
καμιά δική σου πρόφαση το νου του δε θ’ αλλάξει.

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Το κοράκι που αρρώστησε
















Κόραξ νοσῶν

Κόραξ νοσῶν ἔφη τῇ μητρί· «Μῆτερ, εὔχου τῷ θεῷ καὶ μὴ θρήνει.»
«Ἡ δ᾿ ὑπολαβοῦσα ἔφη· «Τίς σε, ὦ τέκνον, τῶν θεῶν ἐλεήσει; τίνος γὰρ κρέας ὑπὸ σοῦ γε οὐκ ἐκλάπη;»
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ πολλοὺς ἐχθροὺς ἐν βίῳ ἔχοντες οὐδένα φίλον ἐν ἀνάγκῃ εὑρήσουσιν.


Κοράκι που αρρώστησε στη μάνα του που κλαίει
αυτά τα λόγια λέει:
« Μητέρα, πάψε να θρηνείς και μόνο προσευχήσου
για τ’ άρρωστο παιδί σου ».
« Μα από βωμό ποιανού θεού κρέας δεν έχεις κλέψει
ώστε να σε γιατρέψει;...»

Εχθρούς πολλούς στο βίο σου αν κάνεις, φιλαράκι
δε θά ’βρεις σε μια ανάγκη.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Το άλογο και το γαϊδούρι

 

 

 

 

 

 

 

 Ἴππος καὶ ὄνος

 

 Ἄνθρωπός τις εἶχεν ἵππον καὶ ὄνον. Ὁδευόντων δέ, ἐν τῇ ὁδῷ εἶπεν ὁ ὄνος τῷ ἵππῳ· Ἆρον ἐκ τοῦ ἐμοῦ βάρους, εἰ θέλεις εἶναί με ζῶν. Ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη· ὁ δὲ ὄνος πεσὼν ἐκ τοῦ κόπου ἐτελεύτησε.
Τοῦ δὲ δεσπότου πάντα ἐπιθέντος αὐτῷ καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ ὄνου δοράν, θρηνῶν ὁ ἵππος ἐβόα· Οἴμοι τῷ παναθλίῳ, τί μοι συνέβη τῷ ταλαιπώρῳ; μὴ θελήσας γὰρ μικρὸν βάρος λαβεῖν, ἰδοῦ ἅπαντα βαστάζω, καὶ τὸ δέρμα.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοῖς μικροῖς οἱ μεγάλοι συγκοινωνοῦντες οἱ ἀμφότεροι σωθήσονται ἐν βίῳ.


Κάποιος γαϊδούρι κι άλογο είχε στη δούλεψή του.
Λέει το γαϊδούρι στο άλογο μ’ όλη την κούρασή του:
« Αν μέρος απ’ το βάρος μου πάρεις και το σηκώσεις,
λίγο κοπιάζοντας κι εσύ, εμένα θα με σώσεις ».
Όμως δεν τα κατάφερε το άλογο να πείσει
κι η κόπωση το γάιδαρο έκανε να ψοφήσει.
Κι όσα ως τότε ο γάιδαρος στη ράχη του είχε πάρει,
τ’ άλογο τα φορτώνεται · μαζί και το τομάρι!
« Να μάθω που δεν ήθελα λίγο να βοηθήσω,
το ζώο και το φορτίο του τώρα θα κουβαλήσω! »

Και τους φτωχούς οι πλούσιοι πρέπει να βοηθούνε,
γιατί κι οι δύο στη ζωή έτσι θα κρατηθούνε.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Η καμήλα που χορεύει


















 Κάμηλος

Κάμηλος, ἀναγκαζομένη ὑπὸ τοῦ ἰδίου δεσπότου ὀρχήσασθαι, εἶπεν· "Ἀλλ’ οὐ μόνον ὀρχουμένη εἰμὶ ἄσχημος, ἀλλὰ καὶ περιπατοῦσα."

Ὁ λόγος ἁρμόδιος πρὸς ἄνδρα παντὶ ἔργῳ ἀπρέπειαν ἔχοντα.


Κάποιος καμήλα σε χορό με βία εξαναγκάζει·
μα ή χορεύει ή περπατά, πάντα άσχημη φαντάζει.

Κι αν κάνει ο άσχημος πολλά τσαλίμια,
δεν απαλλάσσεται απ’ την ασχήμια.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Το κοράκι και ο κύκνος


















Κόραξ καί κύκνος

Ἑωρακὼς τὸν κύκνον ὁ κόραξ ἐζήλου τοῦ χρώματος: οἰηθεὶς δὲ εἶναι τοιοῦτον οἷς ἀπελούετο, τοὺς βωμοὺς ἐκλιπὼν ὅθεν ἐτρέφετο, λίμναις καὶ ποταμοῖς ἐνδιέτριβεν, καὶ τὸ μὲν σῶμα φαιδρύνων οὐκ ἤμειβεν, τροφῆς δὲ ἀπορῶν διεφθείρετο. 

Φύσιν οὐκ οἶδε μεταβάλλειν ἡ δίαιτα.



Τον κύκνο για το χρώμα του ζηλεύει το κοράκι
και για ν’ ασπρίσει πλένεται σε κάθε ποταμάκι.
Παράτησε έτσι τους βωμούς που έβρισκε φαγάκι·
αν κι έχασε βάρος πολύ, δεν άσπρισε λιγάκι.

Ίδια η φύση σου θα μείνει
κι αν η ζωή σου άλλη γίνει.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ο κηπουρός
















Κηπουρός

Ἀνήρ τις κηπουρόν τινα θεασάμενος τῶν λαχάνων ἀρδείαν ποιούμενον ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Πῶς τὰ μὲν ἄγρια φυτά, μήτε φυτευόμενα μήτε ἐργαζόμενα, ὡραῖα πεφύκασι, τὰ δὲ τῆς ὑμῶν φυτηκομίας πολλάκις ξηραίνεται;»
Ὁ δὲ κηπουρος ἀντέφησεν ὡς:
«Τὰ ἄγρια τῶν φυτῶν μόνῃ τῇ θείᾳ προνοίᾳ ἐφορᾶται, τὰ δὲ ἡμέτερα ὑπὸ χειρὸς ἀνθρωπίνης ἐπιμελεῖται».
 Οὗτος δηλοῖ ὡς κρείττων ἡ τῶν μητέρων ἀνατροφὴ πέφυκε τῆς τῶν μητρυιῶν ἐπιμελείας.

Λαχανικά ένας κηπουρός με προσοχή ποτίζει
και τον ρωτά περαστικός που ’δε να τα φροντίζει:
« Γιατί όλα τ’ άγρια φυτά που δεν τα καλλιεργούνε
τα βλέπω να ’ναι πιο όμορφα, χωρίς νερό ν’ ανθούνε;...»
« Γιατί για κείνα ο θεός σοφά έχει προνοήσει,
ενώ όλα τ’ άλλα προσδοκούν χέρι να τα φροντίσει ».

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Η περιστέρα και η κουρούνα




Περιστερὰ καὶ κορώνη

Περιστερὰ ἔν τινι περιστερεῶνι τρεφομένη ἐπὶ πολυτεκνίᾳ ἐφρυάττετο. Κορώνη δὲ αὐτῆς ἀκούσασα ἔφη· «ἀλλ᾿, ὦ αὕτη, πέπαυσο ἐπὶ τούτῳ ἀλαζονευομένη· ὅσον γὰρ ἅν πλείονα ποιῆς, τοσοῦτον περιττοτέρας λύπας συνάγεις.»
Οὕτω καὶ τῶν οἰκετῶν δυστυχέστατοί εἰσιν, ὅσοι ἐν τῆ δουλείᾳ τέκνα ποιοῦσι πολλά.


Μια περιστέρα εκτρέφονταν σε χτίσμα, λέει ο μύθος,
κι υπερηφανευότανε για των παιδιών το πλήθος.
Κουρούνα που απολάμβανε ελεύθερη τη φύση
τον κομπασμό της άκουσε κι είπε να της μιλήσει:
« Νομίζω, φιλενάδα μου, πως η πολυτεκνία
δε θα ’πρεπε να σου γεννά τόσην αλαζονεία.
Γιατί όσο περισσότερα παιδάκια θα γεννήσεις
με λύπες μεγαλύτερες το βίο σου θα γεμίσεις ».

Δύστυχος όποιος γεννηθεί, λένε, μες στη δουλεία
και με πολλά παιδιά γεννά πιότερη δυστυχία.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Το περιστέρι που διψούσε




















Περιστερὰ διψῶσα

 Περιστερὰ δίψει συνεχομένη, ὡς ἐθεάσατο ἔν τινι πίνακι κρατῆρα ὕδατος γεγραμμένον, ὑπέλαβεν ἀληθινὸν εἶναι. Διόπερ πολλῷ ῤοίζῳ ἐνεχθεῖσα ἔλαθεν ἑαυτὴν τῷ πίνακι ἐντινάζασα. Συνέβη δὲ αὐτῇ, τῶν πτερῶν περιθραυσθέντων, ἐπὶ τῆς γῆς καταπεσοῦσαν ὑπό τινος τῶν παρατυχόντων συλληφθῆναι.
Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ σφοδρὰς ἐπιθυμίας ἀπροσκέπτως τοῖς πράγμασιν ἐπιχειροῦντες λανθάνουσιν ἑαυτοὺς εἰς ὄλεθρον εἰσιέντες.



Περιστέρι κάποτε που πολύ διψούσε
ένα αγγείο με νερό ζωγραφιάς κοιτούσε.
Παίρνοντάς το αληθινό, πάνω του ορμάει·
πέφτοντας στον πίνακα, τα φτερά του σπάει.

Κι όσοι άνθρωποι ενεργούν με απερισκεψία
θα πληρώσουν ακριβά μιαν απροσεξία.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ο γεωργός, ο γάιδαρος και το βόδι

















 Γηπόνος, ὄνος καὶ βοῦς

Ὄνον τις ἔχων καὶ τῷ βοΐ συζεύξας ἠροτρία, πτωχῶς μὲν ἀλλ’ ἀναγκαίως. Ἐπεί δέ τὸ ἔργον ἐπληρώθη καὶ λύειν ἔμελλεν αὐτούς, ἡ ὄνος διηρώτα τὸν βοῦν: «Τὶς ἄξει τῷ γηπόνῳ τὰ σκεύη;» Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν εἶπε: «Πάντως ὅσπερ εἴωθεν.»


Σ’ ένα χωράφι γεωργός για όργωμα πηγαίνει·
δίπλα στο βόδι, στο ζυγό, ένα γαϊδούρι δένει.
Αν και καθόλου αυτή η δουλειά στο ζώο δεν ταιριάζει,
με κόπους και με βάσανα το έργο εις πέρας βγάζει.
Και το γαϊδούρι σκέφτηκε το βόδι να ρωτήσει
τα σύνεργα του γεωργού ποιος θα τα κουβαλήσει.
Κι εκείνο με απάθεια στο δύστυχο απαντάει:
« Μα φυσικά, όποιος αυτά πάντα τα κουβαλάει ».

Κάνοντας έκτακτη δουλειά κανείς μην περιμένει
ότι γι’ αυτό θ’ απαλλαγεί απ’ τη συνηθισμένη.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο βοσκός


















 Βουκόλος

Βουκόλος βόσκων ἀγέλην ταύρων ἀπώλεσε μόσχον. Περιελθὼν δὲ καὶ μὴ εὑρὼν ηὔξατο τῷ Διί, ἐάν τὸν κλέπτην εὕρῃ, ἔριφον αὐτῷ θῦσαι. Ἐλθὼν δὲ εἴς τινα δρυμῶνα καὶ θεασάμενος λέοντα κατεσθίοντα τὸν μόσχον, περίφοβος γενόμενος, ἐπάρας τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· "Ζεῦ δέσποτα, πάλαι μέν σοι ηὐξάμην ἔριφον θῦσαι, ἂν τὸν κλέπτην εὕρω, νῦν δὲ ταῦρόν σοι θύσω, ἐὰν τὰς τοῦ κλέπτου χεῖρας ἐκφύγω."
Οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ' ἀνδρῶν δυστυχούντων, οἵτινες ἀπορούμενοι εὔχονται εὑρεῖν, εὑρόντες δὲ ζητοῦσιν ἀποφυγεῖν.


Βοσκός μοσχάρι έχασε, γι’ αυτό έταξε στο Δία,
τον κλέφτη αν του φανέρωνε, κατσίκι για θυσία.
Μα όταν το μοσχαράκι του βρήκε σε λιόντα στόμα,
παρακαλούσε το θεό γονατιστός στο χώμα:
« Θα ’χες κατσίκι αν μου ’λεγες τον κλέφτη, Δία, πού νά ’βρω…
Τώρα αν ξεφύγω απ’ αυτόν, σου υπόσχομαι έναν ταύρο ».

Κάτι αν χάσουμε κι εμείς ψάχνουμε να το βρούμε
κι όταν το βρούμε, να χαθεί θέλουμε μη χαθούμε.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η χελώνα και ο λαγός













Χελώνη και λαγωός

Χελώνη καὶ λαγωὸς περὶ ὀξύτητος ἤριζον. Καὶ δὴ προθεσμίαν στήσαντες τοῦ τόπου ἀπηλλάγησαν. Ὁ μὲν οὖν λαγωὸς διὰ τὴν φυσικὴν ὠκύτητα ἀμελήσας τοῦ δρόμου πεσὼν παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκοιμᾶτο. ἡ δὲ χελώνη συνειδυῖα ἑαυτῇ βραδύτητα οὐ διέλιπε τρέχουσα καὶ οὕτω κοιμώμενον τὸν λαγωὸν παραδραμοῦσα ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς νίκης ἀφίκετο.
Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις φύσιν ἀμελοῦσαν πόνος ἐνίκησεν.


Ήτανε κάποτε, παιδιά, ένας λαγός και μια χελώνα
που επιθυμούσαν διακαώς μαζί να τρέξουν σε αγώνα.
Τόση ’χε σιγουριά ο λαγός, που πριν το τέρμα αποκοιμήθη
κι αργά η χελώνα τρέχοντας, νικήτρια αυτή ανεκηρύχθη.

Να μην επαναπαύεστε σ’ ό,τι σας δίνει η φύση,
γιατί κάποιος κοπιάζοντας μπορεί να σας νικήσει.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Οι ποταμοί και η θάλασσα

Ποταμοί καί θάλασσα

Ποταμοὶ συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ τὴν θάλασσαν κατῃτιῶντο, λέγοντες αὐτῇ:

“Διὰ τί ἡμᾶς, εἰσερχομένους ἐν τοῖς ὕδασι καὶ ὑπάρχοντας ποτίμους καὶ γλυκεῖς, ἁλμυροὺς ἀπεργάζῃ καὶ ἀπότους”.

Ἡ δὲ θάλασσα, ἰδοῦσα ὅτι αὐτῆς καταμέμφονται, λέγει πρὸς αὐτούς:

“Μή ἔρχεσθε καὶ μὴ γίνεσθε ἁλμυροί”.

Οὗτος παρίστησι τοὺς ἀκαίρως τινάς αἰτιωμένους καὶ παρ' αὐτῶν μᾶλλον ὠφελουμένους.

Τη θάλασσα οι ποταμοί μαζεύτηκαν να κρίνουν
που τα νερά τους τα γλυκά εκεί αλμυρά θα γίνουν.
« Εμένα, ποταμάκια μου, κακώς κατηγορείτε.
Για να μη γίνετε αλμυρά, μέσα μου εσείς μην μπείτε ».

Παράπονα που ’ναι άδικα ποτέ σου μην εκφράζεις.
Όταν για κάτι εσύ φταις, με άλλους μην τα βάζεις.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ο κάβουρας και η μητέρα του


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Καρκίνος και μήτηρ

 Ἡ μήτηρ πρὸς τὸν καρκίνον: «τί δὲ λοξήν, ὦ παῖ, βαδίζεις ὁδόν, ὀρθὴν εἶναι προσῆκον;» ὁ δὲ πρὸς αὐτήν: «ἡγοῦ τῶν ὁδῶν, ὦ μῆτερ, καὶ πρὸς αὐτὴν βαδίζειν πειράσομαι.» τῆς δὲ βαδίζειν ἀπορούσης ὀρθῶς, κατήγορος ὁ παῖς τῆς παρανοίας ἐγένετο.
Ρᾷον παραινεῖν ἃ πονεῖν ὑπῆρξεν ἀδύνατον.


Του κάβουρα η μητέρα
του είπε κάποια μέρα:
« Γιατί λοξά πηγαίνεις
σαν δρόμο, γιε μου, παίρνεις; »
« Βάδισε εσύ στο ίσο
κι έρχομαι εγώ ξοπίσω ».

Απ’ άλλον μη ζητείτε
αυτά που δεν μπορείτε.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ο άνθρωπος που υπόσχεται τ’ αδύνατα


Ἀνὴρ ἀδύνατα  ἐπαγγελλόμενος

Ἀνὴρ πένης νοσῶν καὶ κακῶς διακείμενος, ἐπειδὴ ἀπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπηλπίσθη, τοῖς θεοῖς ηὔχετο ἑκατόμβην ποιήσειν ἐπαγγελλόμενος καὶ ἀναθήματα καθιερώσειν, ἐὰν ἐξαναστῄ. Τῆς δὲ γυναικὸς (ἐτύγχανε γὰρ αὐτῷ παρεστῶσα) πυνθανομένης· "Καὶ πόθεν αὐτὰ ἀποδώσεις;" ἔφη· "Νομίζεις γάρ με ἐξαναστήσεσθαι, ἵνα καὶ ταῦτά με οἱ θεοὶ ἀπαιτήσωσιν;"
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι ταῦτα ῥᾴδιον ἄνθρωποι κατεπαγγέλλονται ἃ τελέσειν ἔργῳ οὐ προσδοκῶσιν.



Φτωχός αρρώστησε βαριά κι ήταν για να πεθάνει.
Πολλές θυσίες στους θεούς έταξε πως θα κάνει,
αν τον θεράπευαν αυτοί, να τους ευχαριστήσει.
Μα πού θα τα ’βρισκε ο φτωχός, τόσα να τους χαρίσει;
« Τι αφελής ερώτηση! Σιγά μην αναρρώσω
κι έτσι όσα τάζω στους θεούς σιγά μην τους τα δώσω...»

Είν’ εύκολο να υπόσχεσαι πολλά, μόνο αν ξέρεις
πως δε θα χρειαστεί ποτέ αυτά να τα προσφέρεις!...

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Αλεπού με φουσκωμένη την κοιλιά





















Ἀλώπηξ ἐξογκωθεῖσα τὴν γαστέρα

Ἀλώπηξ λιμώττουσα, ὥς ἐθεάσατο ἔν τινι δρυὸς κοιλώματι ἄρτους καὶ κρέα ὑπό τινων ποιμένων καταλελεμμένα, ταῦτα εἰσελθοῦσα κατέφαγεν. Ἐξογκωθεῖσα δὲ τὴν γαστέρα, ἐπειδὴ οὐκ ἠδύνατο ἐξελθεῖν, ἐστέναζε καὶ ὠδύρετο. Ἑτέρα δὲ ἀλώπηξ τῇδε παριοῦσα, ὡς ἤκουσεν αὐτῆς τὸν στεναγμόν, προσελθοῦσα ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. Μαθοῦσα δὲ τὰ γεγενημένα ἔφη πρὸς αὐτήν·
"Ἀλλὰ μένε τέως σὺ ἐνταῦθα, ἕως ἂν τοιαύτη γένῃ ὁποία οὖσα εἰσῆλθες, καὶ οὕτω ῥᾳδίως ἐξελεύσῃ."
 ὁ λόγος δηλοῖ͵ ὅτι τὰ χαλεπὰ τῶν πραγμάτων ὁ χρόνος διαλύει.


Μια θεονήστικη αλεπού μπήκε σε μια κουφάλα
βελανιδιάς γιατί είδε εκεί τροφή βοσκού αφημένη.
Κι αφού καλά ντερλίκωσε, να φάει δεν είχε άλλα,
πήγε να βγει, μα ήταν χοντρή κι έμεινε σφηνωμένη.

Κι απ’ έξω μια άλλη αλεπού της σφύριξε τη λύση:
να περιμένει για να βγει, αφού ...αδυνατίσει.

Αν δεν πετύχεις μόνος σου απαλλαγή ενός πόνου
θα στην προσφέρει, θες δε θες, το πέρασμα του χρόνου.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Η κατσίκα και ο βοσκός



















 Αἶξ καί αἰπόλος

Αἶγα ἀποστᾶσαν ἀγέλης ἐπανάγειν αἰπόλος ἐπειρᾶτο πρὸς τὰς λοιπάς: ὡς δέ, φωναῖς καὶ συριγμοῖς χρώμενος, οὐδὲν μᾶλλον ἤνυε, λίθον ἀφεὶς καὶ τοῦ κέρως τυχών, ἐδεῖτο τῷ δεσπότῃ μὴ κατειπεῖν. ἡ δέ:  " ἀνούστατε - εἶπεν - αἰπόλων, τὸ κέρας κεκράξεται κἂν ἐγὼ σιωπήσωμαι. "
Οὕτω λίαν εὐήθεις οἱ τὰ πρόδηλα κρύπτειν ἐθέλοντες.


Απ’ το κοπάδι ενός βοσκού ξέκοψε μια κατσίκα,
γιατί στο μάτι έβαλε μίας συκιάς τα σύκα.
Και τις φωνές δεν άκουγε τις άγριες του τσοπάνη,
ώσπου αυτός το ζώο του στόχο με πέτρες βάνει.
Της έσπασε το κέρατο· πήρε ο βοσκός να κλαίει·
παρακαλώντας, τρέμοντας, γονατιστός της λέει:
« Στο αφεντικό μου μην το πεις, γιατί θα μ’ απολύσει! »
« Κι αν δεν το πω, το κέρατο μόνο του θα μιλήσει ».

Γιατί ’ναι ανόητος πολύ όποιος ποθεί να κρύψει
ό,τι η ζωή κάποια στιγμή θα το αποκαλύψει.

*Το έργο είναι του Arthur Rackham (1912)

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Το λιοντάρι και ο γεωργός
















Λέων ἐρασθεὶς καὶ γεωργός

Λέων ἐρασθεὶς γεωργοῦ θυγατρὸς, ταύτην ἐμνηστεύσατο. Ὁ δὲ μὴ ἐκδοῦναι θηρίῳ τὴν θυγατέρα ὑπομένων, μηδὲ ἀρνήσασθαι διὰ φόβον δυνάμενος τοιοῦτόν τι ἐπενόησεν. Ἐπειδὴ συνεχῶς αὐτῷ ὁ λέων ἐπέκειτο, ἔλεγεν ὡς νυμφίον μὲν αὐτὸν ἄξιον τῆς θυγατρὸς δοκιμάζει· μὴ ἄλλως δὲ αὐτῷ δύνασθαι ἐκδοῦναι, ἐὰν μὴ τούς τε ὀδόντας ἐξέλῃ καὶ τοὺς ὄνυχας ἐκτέμῃ· τούτους γὰρ δεδοικέναι τὴν κόρην. Τοῦ δὲ ῥᾳδίως διὰ τὸν ἔρωτα ἑκάτερα ὑπομείναντος, ὁ γεωργὸς καταφρονήσας αὐτοῦ, ὡς παρεγένετο πρὸς αὐτόν, ῥοπάλοις αὐτὸν παίων ἐξήλασεν.
Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι οἱ ῥᾳδίως τοῖς πέλας πιστεύοντες, ὅταν τῶν ἰδίων πλεονεκτημάτων ἑαυτοὺς ἀπογυμνώσωσιν, εὐάλωτοι τούτοις γίνονται οἷς πρότερον φοβεροὶ καθεστήκεσαν.


Κάνει πρόταση γάμου σε μια κόρη λιοντάρι
μα ο μπαμπάς της δε θέλει τέτοιον άντρα να πάρει.
Στο κορμί της φοβάται νύχια – δόντια μην μπήξει...
του ζητεί να τα βγάλει, πριν μαζί της να σμίξει.
Κι αφού το ’κανε, αγρίως από εκείνον εδάρη·
δίχως νύχια και δόντια, δε λογιέται λιοντάρι...

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ο σκύλος με το κρέας
















Κύων κρέας φέρουσα

Κύων κρέας ἔχουσα ποταμὸν διέβαινε· θεασαμένη δὲ τὴν ἑαυτῆς σκιὰν κατὰ τοῦ ὕδατος, ὑπέλαβεν ἑτέραν κύνα εἶναι μεῖζον κρέας ἔχουσαν. Διόπερ ἀφεῖσα τὸ ἴδιον ὥρμησεν ὡς τὸ ἐκείνης ἀφαιρησομένη. Συνέβη δὲ αὐτῇ ἀμφοτέρων στερηθῆναι, τοῦ μὲν μὴ ἐφικομένῃ, διότι οὐδὲ ἦν, τοῦ δὲ, ὅτι ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ παρεσύρη.
Πρὸς ἄνδρα πλεονέκτην ὁ λόγος εὔκαιρος.

 

Βαθύ ποτάμι κάποτε ένα σκυλί περνούσε
και με τα δόντια, δυνατά, κρέας πολύ κρατούσε.
Τη σκιά του είδε στα νερά· του γύρισε το μάτι ...
για του άλλου σκύλου άφησε απ’ το στόμα το κομμάτι.
Κι έτσι αδίκως έχασε και το ’να και το άλλο
αφού ρεσάλτο έκανε μες στο βυθό μεγάλο.

Κακό αν πάθεις μη ζητάς να βρεις ποιος είν’ ο φταίχτης –
μες στον καθρέφτη θα τον δεις, αν είσαι πλεονέκτης.